1. Σ μ ύ ρ ν η


Ο ταξιδιώτης που φτάνει στη Σμύρνη από τη θάλασσα αντικρίζει να απλώνεται αμφιθεατρικά η Σμύρνη, κάτω από το λόφο του Πάγου, με το ερειπωμένο παλιό κάστρο. Μπαίνοντας στον κόλπο, στη μύτη μικρής χερσονήσου, το σύγχρονο φρούριο κι αριστερά ο Έρμος ποταμός. Πιο πέρα το βουνό Σίπυλος όπου, σύμφωνα με το μύθο, η κυνηγημένη από τους θεούς Νιόβη μεταμορφώθηκε σε βράχο. Δεξιά από την πολιτεία τα παραθαλάσσια προάστια της: το Γκιοζ-Τεπέ, η Καραντίνα, το Καρατάσι, το Κοκαργιαλί. Αριστερά της πολιτείας το Χαλκά Μπουνάρ ή Κουτρά Αρτέμιδας, το Μεσινρλί, το Μπαϊρακλί, η Αγία Τριάδα, τα Πετρωτά, το Αγάμπεϊ και τέλος το Κορδελιό. Σ’ αυτά προάστια, μικρά βαποράκια – μερικά ήταν τροχήλατα – ξεκινώντας από το εσωτερικό λιμάνι της Σμύρνης, το Κουμερκάκι, κάνανε σκάλες σ’ αυτά. Άλλες εξοχές της Σμύρνης ήταν ο καταπράσινος Μπουρνόβας, το Παραδείσι με τα εντυπωσιακά ρωμαϊκής εποχής υδραγωγεία του (οι Καμάρες) και το Ιπποδρόμιο του (οι κούρσες), ο Βουτζάς με το περίφημο Κοζαγάκι του όπου συχνά κάναμε παρτίδες (εκδρομές).
Η πόλη χωρίζεται σε δυο μέρη. Στον «επάνω μαχαλά», την τουρκική συνοικία και την κάτω πολιτεία, όπου ζούσαν οι Έλληνες, οι Ευρωπαίοι και (στο εσωτερικό της) οι Αρμένιοι. Ο φωτισμός της πόλης γίνεται με γκάζι, ενώ η συγκοινωνία με το ιππήλατο τραμ (το τραμβάυ), το σιδηρόδρομο ή με το βαποράκι. Η προκυμαία της Σμύρνης και ιδιαίτερα το πλακόστρωτο τμήμα της, το περίφημο «Και», είναι το κέντρο ζωής της πόλης. Εδώ βρίσκονται τα περισσότερα θέατρα, τα καλύτερα ξενοδοχεία, τα ζαχαροπλαστεία και οι λέσχες της.                            
Στον τύπο από τις 25 εφημερίδες και περιοδικά της Σμύρνης οι 11 είναι ελληνικές. Πιο γνωστή απ’ όλες η «Αμάλθεια», που έβγαινε συνεχώς από το 1838. Ακόμη και οι τουρκικές εφημερίδες γράφουν τον τίτλο τους και στα ελληνικά!
Μοναδική ανάπτυξη έχει και το θέατρο. Στην πόλη και στα προάστια λειτουργούν 22 θέατρα, χειμερινά και θερινά. Το πρώτο μεγάλο θέατρο, η «Ευτέρπη», χτίστηκε το 1841. Στα φημισμένα θέατρα της, το «Σπόρτινγκ Κλαμπ» και το θέατρο της Σμύρνης, εκτός από τους Σμυρνέικους θιάσους εμφανίζονται θίασοι από την Ιταλία, Γαλλία και την Ελεύθερη Ελλάδα.
Αλλά και στον αθλητισμό ο Ελληνισμός της Σμύρνης είναι πρωτοπόρος. Από δω ξεκίνησαν τη δράση τους οι ιστορικοί σύλλογοι «Πανιώνιος» και «Απόλλων», ο ναυτικός σύλλογος «Πέλοψ» και ο «Όμιλος Ερετών».
Η μεγάλη εμπορική και οικονομική εξέλιξη της αρχαίας Σμύρνης και ο πλούτος που μαζεύτηκε εκεί την έφεραν ανάμεσα στις πρώτες πόλεις της Ιωνικής ομοσπονδίας, έφεραν όμως και τη ληστρική επιβουλή πολλών εχθρών που ζήλεψαν την ευημερία της. Πρώτοι επιδρομείς της οι Κιμμέριοι, που μέσα στον 7ο αι. π.Χ. θα τη λεηλατήσουν και θα προκαλέσουν μεγάλες καταστροφές. Τους Κιμμέριους θα ακολουθήσουν οι Ινδοί, έναν αιώνα περίπου αργότερα, που όμως το πέρασμα τους από τη Σμύρνη θα είναι πολύ πιο οδυνηρό, αφού φεύγοντας δεν άφησαν τίποτα όρθιο στην πλούσια και όμορφη πόλη.
Η πρώτη ελληνική Σμύρνη δεν μπόρεσε να συνέλθει ποτέ από τις καταστροφές που προκάλεσε στην άλλοτε πλούσια ιωνική μεγαλούπολη ο Λυδός βασιλιάς Αλυάτης και έζησε για τρεις περίπου αιώνες σε ιστορική αφάνεια, μικρή και φτωχή, χωρίς το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της, που την είχε εγκαταλείψει, με τα πιο πολλά σπίτια έρημα και μισογκρεμισμένα και με το λιμάνι της να έχει αχρηστευτεί από τη λάσπη που κατέβαζε ο Έρμος και τα άλλα μικρότερα ποτάμια που χύνονται στον κόλπο της.
Η καινούρια πόλη της Σμύρνης, αυτή που έλαμπε για αιώνες στη Μ. Ασία και δίκαια ονομάστηκε «βασίλισσα» και «μάτι της Ανατολής», η Σμύρνη που έσωσε και διατήρησε την ελληνική κληρονομιά της Ιωνίας, το κέντρο που άπλωσε το Χριστιανισμό στη χώρα ολόκληρη, αυτή που φώτιζε με το φως του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού την Ανατολή, η Σμύρνη των αγίων και των μαρτύρων της Ορθοδοξίας, η «άπιστη» για τους Οθωμανούς Σμύρνη – Γκιαούρ Ισμίρ  την ονόμαζαν – δεν είναι άλλη από αυτήν που ξανάχτισε από την αρχή ο Μ. Αλέξανδρος, πολύ κοντά στα ερείπια της παλιάς, στο μυχό του καταγάλανου κόλπου της και στα πόδια του ήμερου χαμηλού βουνού της, του Πάγου.
Οι διάδοχοι του οραματιστή έλληνα στρατηλάτη την αγάπησαν και φρόντισαν να τη μεγαλώσουν και να την ασφαλίσουν με γερά κάστρα και φρούρια και, ακόμα, να την κάνουν την πιο όμορφη πόλη ολόκληρης της Μικρασιατικής Ελλάδας. Μεγαλόπρεπα οικοδομήματα, στοές, ναοί και κρήνες χτίστηκαν και πρόσθεσαν λάμψη και επιβλητική εμφάνιση στην πόλη, ενώ πάνω της δέσποζε προστατευτικά η απόρθητη Ακρόπολη, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά του Πάγου.
Την ομορφιά της συμπλήρωναν και τόνιζαν οι μεγάλοι, ευρύχωροι δρόμοι της, που διασταυρώνονταν όλοι κάθετα και τη χώριζαν σε μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα σπίτια και πολύ πράσινο, ιδιαίτερα κοντά στην προκυμαία της.
Ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος και ο Λυσίμαχος, δυο από τους πιο ξεχωριστούς διαδόχους του Αλεξάνδρου, κατάφεραν να την κάνουν αντάξια της πανάρχαιης και ένδοξης πολιτιστικής παράδοσης που βάραινε την ιστορία της Ιωνίας και την ήθελε κοιτίδα και κέντρο πνεύματος και τέχνης. Την προίκισαν με βιβλιοθήκες, θέατρα, ναούς, μνημεία, αγάλματα, γυμναστήρια και στάδιο, έτσι που να κατακτήσει, λίγο αργότερα, ολοκληρωτικά τους Ρωμαίους κατακτητές της και να τους κάνει να συναγωνιστούν τους προηγούμενους ευεργέτες της σε προσφορές.
Στη Σμύρνη υπήρχαν 60 χριστιανικές εκκλησίες: 41 Ορθόδοξες, εκ των οποίων 16 μετόχια και 2 φορητές, του Ομηρείου και του κεντρικού Παρθεναγωγείου, με Μητρόπολη την Αγία Φωτεινή, της οποίας το κωδωνοστάσιο ύψους 35 μέτρων, επιβλητικό αρχιτεκτονικό μνημείο, χτίστηκε το 1856 από τον αρχιτέκτονα Λάτρι,. Δώδεκα Καθολικές, με καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Πέντε Διαμαρτυρόμενες και δυο Αρμενικές, με Μητρόπολη τον Άγιο Στέφανο. Εκτός από τις χριστιανικές, υπήρχαν 22  Μουσουλμανικά τεμένη και ένα Περσικό, ως και 12 Συναγωγές Ισραηλιτών.
Σχολές στη Σμύρνη λειτουργούσαν: 10 Ελληνικές, 3 γαλλικές, 2 Γερμανικές, 2 Αγγλικές, 1 Αμερικανική, 2 Αρμενικές και 4 Ισραηλιτικές.
Η Μυθολογία και η Παράδοση μιλούν πολλές φορές για τις εποχές ακμής και ευτυχίας που κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν ξεκίνησαν από άγνωστες δυνάμεις και έγιναν πραγματικότητα η αν αντίθετα πρόκειται για τυχαίες καταστάσεις που αργότερα οι ίδιοι οι άνθρωποι τις απέδωσαν στους θεούς τους για να τους ευχαριστήσουν, τις έντυσαν με αναδρομικούς συμβολισμούς και ένωσαν πραγματικότητα με μύθο, έτσι που σήμερα δεν ξεχωρίζουμε ποιο από τα δύο έγινε.
Αν δεχτούμε τα παραπάνω, δε θα γίνει ποτέ γνωστό αν πραγματικά το άγαλμα της Εφέσιας Άρτεμης, που ορθωνόταν τεράστιο και μεγαλόπρεπο στο Αρτεμίσιο της Ιωνίας, χάρισε την αφθονία και τον πλούτο στην περιοχή ή αν οι αρχαίοι Ίωνες το έστησαν για να ευχαριστήσουν τη θεά. Το πιο πιθανό είναι ότι οι 20 μαστοί στο στήθος της θεάς που παρασταίνονταν να στάζουν γάλα και ο χαμηλός χιτώνας της, με ανάγλυφα πάνω του όλα τα είδη των ζώων, συμβόλιζαν, προφητικά ή όψιμα, την αφθονία, τη γονιμότητα και τον πλούτο της Ιωνίας.
Κατά το 1820 είχαν φθάσει οι Έλληνες της Σμύρνης στο σημείο να πάρουν στα χέρια τους ολόκληρο το εμπόριο. Η Ελληνική Επανάσταση και οι φοβερές της για τον εδώ Ελληνισμό συνέπειες, οι σφαγές, ο οικονομικός μαρασμός και η μετανάστευση των περισσότερων τους άφησαν τα πόστα που τα κατείχαν εκείνοι και πάλι στα χέρια των Ευρωπαίων. Ωστόσο μετά την πτώση των Γιανιτσάρων (1826) επέστρεψαν οι Έλληνες και πάλι στις παλιές τους θέσεις και ανασύνδεσαν τις δουλειές τους που είχαν διακοπεί από το 1821. Η ανεξαρτησία της Ελλάδος θα έχει σαν συνέπεια την ηγεμονία των Ελλήνων στο εμπόριο της Σμύρνης. Οι Έλληνες έμποροι θα παραμερίσουν για χίλιους τοπικούς λόγους τους Ευρωπαίους από την Ανατολή και μόνο το ρωσικό εμπόριο θα μπορέσει να κρατηθεί δίπλα στα ελληνικά και να επεκταθεί στο μεσογειακό χώρο.
Εκείνο που σε κάθε κατάσταση αποτελεί το προτέρημα του Έλληνα απέναντι στον Ευρωπαίο είναι η λιτότητα της ζωής του. Όταν ο Ευρωπαίος χρειάζεται εκατό για να ζήσει, ο Έλληνας χρειάζεται μόνο δέκα. Με τις οικονομίες του αυτές που βάζει στην μπάντα σχηματίζει έπειτα από μερικά χρόνια ένα κεφάλαιο που το ρίχνει στις επιχειρήσεις του, ενώ ο Ευρωπαίος δαπανά το κεφάλαιο του στην καλή κουζίνα, στα γαλλικά κρασιά και σε ότι άλλο του επιβάλλουν η καλή κοινωνική ζωή και οι υποχρεώσεις του. Και κάτι άλλο ακόμη: ο έμπορος της Ανατολής πρέπει απαραίτητα να έχει μια κάποια πονηρία, που δεν την έχουν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Άγγλοι ούτε κανένα άλλο έθνος της Ευρώπης, ενώ η κρυψίνοια αυτή αποτελεί ένα ουσιώδες στοιχείο του ελληνικού χαρακτήρα. Μ’ αυτήν την ιδιότητα κατόρθωσαν να ισοφαρίζουν στο παρελθόν τη δύναμη των Άγγλων κεφαλαιούχων και μ’ αυτήν θα την εξουδετερώσουν και πάλι.
«Η οικονομική ζωή της πόλης και της ευρύτερης περιοχής είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος στα ελληνικά χέρια. Στο «Φραγκομαχαλά» τα 165 από τα 200 μεγάλα εμπορικά καταστήματα είναι ελληνικά. Στο εξαγωγικό και εισαγωγικό εμπόριο ο ρόλος των Ελλήνων είναι καθοριστικός. Η εμπορική γλώσσα είναι ελληνική. Αλλά και η βιομηχανία της εποχής είναι πάνω από 80% ελληνική.

2. Κορδελιό

(Καταγραφή 1921: 9.160 κάτοικοι εκ των οποίων Έλληνες 7.500, Τούρκοι 300, Αρμένιοι 200, Άγγλοι 50, Ιταλοί 500, Σέρβοι 100, άλλες εθνότητες 60).
  Το Κορδελιό ήταν και είναι μια πανέμορφη κωμόπολη της Σμύρνης. Ονομάστηκε και Περαία, από προσπάθεια της εφημερίδας «ΑΜΑΛΘΕΙΑ», ονομασία όμως που δεν ευτύχησε. Οι Τούρκοι το αποκάλεσαν Karsi Yaka = η απέναντι όχθη. Πρόκειται για περίφημο προάστιο της Σμύρνης που βρίσκεται στην απέναντι προς Βορρά παραλία, στο 13ο χλμ της από τη Σμύρνη σιδηροδρομικής γραμμής Κασαμπά.
Η προέλευση της ονομασίας «Κορδελιό» έχει τρεις πιθανές εκδοχές. Προφανώς οφείλεται στην ύπαρξη της μονής Κορδολέοντος, που υπήρχε κατά τη Βυζαντινή περίοδο στο παρακείμενο όρος Σίπυλος. Πιθανή, ίσως, προέλευση της ονομασίας είναι η λέξη «Κορδελιέρος» ή «Κορδελιέροι» (cordeliers) από το corde, δηλ. σκοινί, με το οποίο οι μοναχοί έδεναν την οσφύ τους και πρόκειται για μοναχούς της Λατινικής Εκκλησίας, που ανήκαν στο τάγμα των Φραγκισκανών.  Θεωρούμε πολύ πιθανή τη σύνδεση της ονομασίας με τις λέξεις κορδέλα, κορδόνι, κορδελιάζω. Επιμένουμε σ’ αυτή την άποψη, διότι ακόμα και σήμερα οι Τούρκοι αποκαλούν μεγάλη συνοικία της Σμύρνης Cordon.
Στο Κορδελιό λειτούργησαν: Εξατάξια σχολή αρρένων (ίδρυση 1894), Εξατάξια σχολή θηλέων, Νηπιαγωγείο του Αγίου Ιωάννη, η «Αντωνιάδειος» μεικτή σχολή με Νηπιαγωγείο και το ιδιωτικό Λύκειο Πανανίδη. Επίσης 3 γαλλικά σχολεία, τα δύο θηλέων “Dame desion”, “Saint Joseph” και ένα αρρένων “Freres”. Εκδιδόταν επίσης στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Μητροπόλεως Εφέσου με τον τίτλο «Έφεσος» και το περιοδικό «Ξενοφάνης».
Αναπτύχθηκαν όλα τα επαγγέλματα κι από περιγραφές διαπιστώνεται ότι λειτουργούσαν εκεί ραφτάδικα, παντοπωλεία, ταβέρνες, ζαχαροπλαστεία, υαλοπωλεία, φαρμακεία, αρτοποιεία, υποδηματοποιεία, βιομηχανία τουλπανιών, μαγειρεία. Πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους επίσης γιατροί, οδοντίατροι και άλλοι επιστήμονες διαφόρων κλάδων.
Το Κορδελιό ήταν μία μοντέρνα πολιτειούλα της Αναγέννησης. Πολλοί Σμυρνιοί έχτισαν εδώ τις βίλες τους, ήρθαν και έμεναν μόνιμα και του έδωσαν νέα πνοή. Δημιουργήθηκε έτσι το «τσαρσί» του. Είχε 3 σκάλες, τη Βαπορόσκαλα, τη σκάλα του Μπελεντιέ και τη σκάλα του Μπελόμ. Λειτουργούσαν κινηματογράφοι και 2 θερινά θέατρα, το «Κλουπ» και το «Απόλλων». Υπήρχαν 2 ποδοσφαιρικές ομάδες, ο «Κόπανος» και ο «Αίας» και ένα τούρκικο ποδοσφαιρικό σωματείο, το «Αλτάι».
Το Κορδελιό συναπαρτίζεται από τις συνοικίες: Πιλάφα, Αλάμπεη, Πομόντι, Καραβοκύρη. Συνόρευε με το Τούρκικο χωριό Σοούκ-Σουγιού (= Κρύο Πηγάδι) και τα ελληνικά χωριά: Παπα-Σκάλα, Τομάζο, Πετρωτά, Αγία Τριάδα και Μπαϊρακλί. Xωρίζεται σε 5 μαχαλάδες: Παλαιολόγου, Μπάνγκας, Σάντα Έλενας, Μαλκώτση, Αγίας Άννας. Ήταν έδρα Δημαρχίας με διοικητική υπαγωγή στο Βαλιλίκι (Νομαρχία) της Σμύρνης.

 

3. Έφεσος


Η ιστορική αρχαία Έφεσος ήταν αποικία Ελλήνων από τις Μυκήνες και την Αχαΐα, που γύρω στα 1100 π.Χ. συνοικίστηκαν στις όχθες του Καΐστρου ποταμού και σχημάτισαν την πόλη που έμελλε να γράψει μια από τις πιο λαμπρές και μακρόχρονες διαδρομές ανάμεσα στις άλλες ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας.
Πλούσια και ωραία, δοκίμασε την αρπαχτική επιβουλή των Κιμμέριων, κυβερνήθηκε κατόπιν από τους Τυράννους και μέσα στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. κατακτήθηκε από τον Άρπαγο. Μετά ήρθαν οι Πέρσες ενώ στα τέλη του 5ου αι θα κατακτηθεί από τον Τισσαφέρνη και τους Πέρσες του και θα μείνει στα χέρια τους μέχρι τη μέρα που θα την ελευθερώσει ο Μ. Αλέξανδρος. Ο ίδιος και οι διάδοχοι του Αντίγονος και Λυσίμαχος την κυβέρνησαν με αγάπη και πολλή φροντίδα, προσθέτοντας οικοδομήματα που την έκαναν μεγαλύτερη και ωραιότερη.
Ο Λυσίμαχος ονόμασε την πόλη της Εφέσου Αρσινόη, για να τιμήσει την αγαπημένη του γυναίκα, όμως το όνομα αυτό δεν έμεινε για πολλά χρόνια, επειδή τόσο ο Δημήτριος ο Πολιορκητής όσο και οι απόγονοι του Σελεύκου και οι Πτολεμαίοι, που την κυβέρνησαν μετά το Λυσίμαχο, αποφάσισαν να κρατήσουν το παλιό ιστορικό της όνομα.
Μέσα στο 2ο π.Χ. αι. έρχεται η Ρωμαϊκή κατάκτηση, όταν ο βασιλιάς της Άταλος ο Γ΄ την έκανε δώρο στον αυτοκράτορα Κλαύδιο. Οι Ρωμαίοι την ανακήρυξαν πρωτεύουσα της διοίκησης της Ασίας και στις μέρες εκείνες η Έφεσος γνώρισε μια καινούρια άνθιση που συντέλεσε στο να αυξηθεί ο πληθυσμός της στις 200.000 ανθρώπους περίπου και να μεγαλώσει ο πλούτος της. Οι Ρωμαίοι κατακτητές την αγάπησαν και φέρθηκαν περισσότερο σαν φίλοι και ευεργέτες παρά σαν ισχυροί αφέντες. Έχτισαν και άλλα όμορφα οικοδομήματα, συμπληρώνοντας έτσι την επιβλητική εμφάνιση που την είχαν εξασφαλίσει οι διάδοχοι του Μ. Αλεξάνδρου.
Όταν το 17 π.Χ. ένας μεγάλος σεισμός θα καταστρέψει τα πιο πολλά σπίτια και δημόσια κτίσματα και μνημεία, οι Ρωμαίοι θα την ξαναχτίσουν και θα αποκαταστήσουν όλες τις ζημιές που προκάλεσε η μανία της φύσης. Ανάμεσα στα άλλα καινούρια της κτίσματα, αποκτάει και θέατρο με 25.000 θέσεις, όπως και ωδείο και βιβλιοθήκη.
Τον χριστιανισμό στην ΄Εφεσο τον δίδαξε πρώτος ο Παύλος, ο οποίος χειροτόνησε τον μαθητή του Τιμόθεο πρώτο Επίσκοπο της πόλης  και ο απόστολος Ιωάννης Θεολόγος και Ευαγγελιστής.
Το σημερινό όνομα της Εφέσου είναι  «Αγιασολούκ» και προέρχεται από παραφθορά της βυζαντινής ονομασίας της Άγιος Θεολόγος, σημαντικός συμβολισμός του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού από το ιωνικό πνεύμα.
Ένας λάκκος με λίγες πέτρες απέμεινε από το ναό της Αρτέμιδος σήμερα και σώζεται μόνο τα ερείπια των σπιτιών της Αφροδίτης για τους ναυτικούς, που είχαν καταπλεύσει από τα πέρατα του γνωστού τότε κόσμου και προσέτρεχαν για προσωρινή ξεκούραση και ξεγνοιασιά.
Αίσθηση επιβολής  προκαλούν τα ερείπια του ναυτοδικείου, που έπλυνε τις διαφορές τους, επιδίκαζε αποζημιώσεις και άλλαζε κυριότητα σε καραβιές ολόκληρες. Στην αρχαία Ελλάδα το ναυτοδικείο ξεκίνησε από τη Ρόδο και παγιώθηκε στα μεγάλα λιμάνια της Ιωνίας.
Πάνω στο Αρτεμίσιο ακρωτήρι, σ’ ένα επιβλητικό λόφο, που τον λένε σήμερα «Μπουλμπούλ» (αηδόνι), σε υψόμετρο 400 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, στο αρχαίο όρος Σολμισός, ξεπροβάλλει στο ξέφωτο από ένα αραιό σύδενδρο, ένα σπιτάκι. Κάτι μεταξύ σαν πρωτοχριστιανικό παρεκκλήσι και ρωμαϊκός λουτρώνας. Ανηφορίζοντας και διασχίζοντας το σύδενδρο φτάνοντας σε μια απότομη στροφή χωματόδρομου, βρίσκεται ένα πλάτωμα. Είναι ο ναός της Παναγίας Καπουλού, τον οποίο σέβονται όχι μόνο οι χριστιανοί προσκυνητές αλλά και οι Τούρκοι.
Δοξάζεται σήμερα με τα ορθωμένα ερείπια της μοναδικής βασιλικής που ανήγειρε ο μεγάλος Ιουστινιανός τον 6ο αι., υποτίθεται ακριβώς πάνω από τον τάφο του πιστότερου των αποστόλων. Κολοσσιαίο πεντάκλιτο μνημείο, επιτρέπουν και τα σημερινά του ερείπια να συλλάβει κανένας με τη σκέψη του την έκταση και τις διαστάσεις του. Σε 130 μέτρα μήκος εκτείνονται τα ερείπια των κιόνων του, που υποβάσταζαν τοξωτά διαζώματα, καθώς άρχιζαν από ογκώδεις τοίχους.

 

4. Φώκες


Ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας, μας βεβαιώνει ότι η αρχαία ελληνική Φώκαια ιδρύθηκε από Έλληνες της Ευρωπαϊκής Ελλάδας, που ξεκίνησαν από την Αθήνα και τη Φωκίδα και φυσικά, έδωσαν το όνομα της πατρίδας τους στην αποικία που έχτισαν στις βορινές ακρογιαλιές του κόλπου του Έρμου.
Η Φώκαια θα γνωρίσει μέρες πλούτου και από το λιμάνι της θα περνούν καθημερινά πολλά καράβια, που μεταφέρουν εμπορεύματα και πλούτο ανάμεσα στα άλλα λιμάνια της Μεσογείου και την όμορφη αποικία των Φωκιδέων, που βρισκόταν ακριβώς πάνω στα σύνορα της Ιωνίας και Αιολίας και διακινούσε αγαθά και ζωή ανάμεσα στις δυο γειτονικές χώρες της Μικρασιατικής Ελλάδας.
Η αρχαία Φώκαια θα κατακτηθεί από τους Πέρσες το 539 π.Χ. Οι κάτοικοι την εγκαταλείπουν και αναζητούν καταφύγιο στη Χίο. Εκεί, σχεδιάζοντας να εγκατασταθούν οριστικά στα νησιά Οινούσες, ζήτησαν από τους Χίους να τους πουλήσουν το νησιωτικό εκείνο σύμπλεγμα, αλλά εκείνοι τους το αρνήθηκαν. Αναγκάστηκαν τότε να φύγουν πολύ μακριά και να ξαναρχίσουν τη ζωή τους στην αδελφική πόλη της Κορσικής Αλαλία, που την είχαν κι αυτήν χτίσει οι πρόγονοι τους από τη Φωκίδα και όπου έζησαν για περισσότερο από έναν αιώνα, αλλά κάποτε ξαναγύρισαν και έφτιαξαν την πόλη τους όπως ήταν παλιά: μεγάλη, ελληνική και πολιτισμένη.
Επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Φώκαια θα παρακμάσει και θα ερημωθεί για άγνωστους λόγους. Το μόνο που σώζεται σήμερα από το ανθηρό παρελθόν της είναι λίγα ερείπια.
Η Νέα Φώκαια, το σημερινό Φωτζετέιν, που βρίσκεται στα παράλια της Δυτ. Μικρασίας, μέσα σε κόλπο, απέναντι από τη Μυτιλήνη και κοντά στην Παλαιά Φώκαια, θα περπατήσει πάνω στα χνάρια της πρώτης και θα εξελιχτεί σε όμορφη και πλούσια κωμόπολη με 10.000 περίπου κατοίκους, όλους Έλληνες. Στη Νέα Φώκαια, εκτός από τους παλιούς Φωκαείς, εγκαταστάθηκαν κάτοικοι όχι μόνο από τη γύρω περιοχή και τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου, αλλά ακόμη και από την κυρίως Ελλάδα. Ήταν φυσικό να συμβεί αυτό γιατί ο πλούτος της Ν. Φώκαιας ήταν πασίγνωστος. 
Στα προχωρημένα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Νέα Φώκαια είναι δήμος που ανήκει διοικητικά στο σαντζάκι και το βιλαέτι της Σμύρνης και μένει  καθαρά ελληνική κωμόπολη, με χριστιανικές εκκλησίες, ελληνικά σχολεία και την ελληνική γλώσσα να ακούγεται ελεύθερα παντού.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οι κάτοικοι βρήκαν φιλόξενη γη και ξανάχτισαν τα προσφυγικά τώρα σπίτια τους πάλι κοντά σε μια καταγάλανη ελληνική παραλία. Στη χερσόνησο της Κασσάνδρας της Χαλκιδικής και μέσα στο μεγάλο μετόχι του Αγίου Παύλου, έχτισαν τη Νέα Φώκαια για τρίτη φορά στην μακραίωνη ιστορία της, ίσως με την κρυφή ελπίδα να ξαναχτίσουν και μια τέταρτη, πάλι στην πρωτινή της θέση.

 

5. Πέργαμος


Μια άλλη με πανάρχαια ιστορία, προπύργιο και κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού που κι αυτή υπαγόταν στο σαντζάκι της Σμύρνης στη μεγαλύτερη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ήταν η Πέργαμος, οχυρωμένη πόλη και φρούριο των Ελληνοπελασγών, που αργότερα μέσα στον 3ο αι. π.Χ., θα εξελιχτεί σε ισχυρό ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με πρώτο του βασιλιά τον Άταλο. Το κράτος εκείνο έγραψε μια μεγάλη ιστορική διαδρομή κάτω από την ηγεσία φωτισμένων και προοδευτικών αρχόντων και η Πέργαμος ήταν για πολλά χρόνια κέντρο γραμμάτων και πολιτισμού, σημαντική πόλη ολόκληρης της Μικρασιατικής Ελλάδας και έδρα της ξακουστής Περγαμηνής Σχολής Καλών Τεχνών.
Το βασίλειο της Περγάμου ή των Ατταλιδών ιδρύθηκε ουσιαστικά το 281 π.Χ. μετά τη νίκη του Σέλευκου στο Κούρου Πεδίο. Η Πέργαμος ήταν έως τότε μία τειχισμένη πολίχνη με Λυδούς – Μαίονες κατοίκους και μία μειονότητα Αιολέων, επί του ποταμού Καύκου. Το 281 βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Φιλέταιρου, ταμία του Λυσιμάχου. Ο πρώτος, σκοπεύοντας να οικειοποιηθεί το μικρασιατικό ταμείο του δεύτερου, προσέφερε την υποστήριξη του στον Σέλευκο. Ως αντάλλαγμα, ο Σέλευκος ανακήρυξε τον Φιλέταιρο υποτελή του ηγεμόνα της Περγάμου. Ο Φιλέταιρος χρησιμοποίησε τα χρήματα του Λυσιμάχου για να επεκτείνει την εξουσία του σε διάφορες ελληνικές πόλεις, αναγνωρίζοντας τυπικά την επικυριαρχία του Σελευκίδη Αντίοχου Α΄, αν και ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητος.
Σύντομα η Πέργαμος αυξήθηκε πληθυσμιακά και εξελληνίστηκε πλήρως με την εγκατάσταση πολυάριθμων Ελλήνων αποίκων, τους οποίους προσκάλεσαν ο Φιλέταιρος και οι διάδοχοι του. Τον Φιλέταιρο διαδέχθηκε ο ανιψιός του, Ευμένης Α΄ (βασ. 263-241 π.Χ) που διακήρυξε αμέσως την ανεξαρτησία του από τον Αντίοχο Α΄, τον οποίο νίκησε σε μάχη κοντά στις Σάρδεις. Ο Ευμένης έλαβε τον τίτλο του βασιλιά και ο Αντίοχος αναγνώρισε την ανεξαρτησία του. Ο Ευμένης και ο ανιψιός και διάδοχος του, Άτταλος α΄ (βασ. 241-197 π.Χ), υπήρξαν ικανότατοι βασιλείς οι οποίοι επεξέτειναν σημαντικά το ατταλιδικό κράτος. Το 230 π.Χ. ο Άτταλος συνέτριψε τους Γαλάτες, στους οποίους ήταν υποχρεωμένος έως τότε να πληρώνει φόρο για να αποφεύγει τις επιδρομές τους. Η νίκη τον ισχυροποίησε και το 228 π.Χ. προσάρτησε σημαντικά σελευκιδικά εδάφη, εκμεταλλευόμενος τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Αντίοχου Ιέρακα και Σέλευκου Β΄.
Η συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.) εξασφάλισε εκτεταμένα σελευκιδικά μικρασιατικά εδάφη για το περγαμηνό βασίλειο, του οποίου τα σύνορα έφθασαν στην οροσειρά του Ταύρου. Τα έτη 188-133 π.Χ. αντιστοιχούν στην ύψιστη ακμή του, που οφειλόταν στη ρωμαϊκή εύνοια. Τότε το ατταλιδικό κράτος εκτεινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της νότιας και της δυτικής Μ. Ασίας. Ο τελευταίος βασιλιάς Άτταλος Γ΄ (138-133 π.Χ.), αναγνώρισε έμπρακτα  τη υποστήριξη των Ρωμαίων, καθιστώντας τους κληρονόμους του. Προκειμένου να διασφαλίσει τη μεταβίβαση των εδαφών του στους Ρωμαίους χωρίς καταστροφές και θύματα μεταξύ του πληθυσμού, όπως συνέβη νωρίτερα στη μητροπολιτική Ελλάδα, τους κατέστησε κληρονόμους του με διαθήκη.
Το 133-129 π.Χ. ο Αριστόνικος, πιθανώς νόθος γιος του Ευμένη Β΄, επιχείρησε να εκδιώξει τους Ρωμαίους και να καταλάβει τον θρόνο, αλλά ηττήθηκε, αιχμαλωτίσθηκε και εκτελέσθηκε με στραγγαλισμό στη Ρώμη. Η ρωμαϊκή Σύγκλητος ανακήρυξε την πόλη της Περγάμου (τυπικά) «ελεύθερη», παραχώρησε λίγες παραμεθόριες περιοχές σε συμμάχους της και με τα υπόλοιπα περγαμηνά εδάφη συγκρότησε την επαρχία της Ασίας (εκτός από ορισμένα που υπήχθησαν στον ανθύπατο της Μακεδονίας).
Οι Ατταλίδες υπήρξαν από τους πλουσιότερους μονάρχες του Ελληνιστικού κόσμου. Τα εισοδήματα τους από το εμπόριο ξυλείας, πίσσας και περγαμηνής ήταν μεγάλα, όπως κι εκείνα που προέρχονταν από τη φορολόγηση των αγροτών και των κτηνοτρόφων, οι οποίοι ήταν κυρίως ημιεξελληνισμένοι Μικρασιάτες της ενδοχώρας. Οι φόροι που επέβαλλαν οι βασιλείς της Περγάμου ήταν μάλλον βαρείς.  Οι αγρότες τους πλήρωναν συνήθως σε είδος. Ο εξελληνισμός των ατταλιδικών εδαφών συντελέσθηκε κατά τους 2ο –1ο αι. π.Χ. Οι Ατταλίδες, παρότι παφλαγονικής καταγωγής φαίνεται ότι έκαναν τη μεγαλύτερη προσπάθεια εξελληνισμού των πληθυσμών της Ανατολής.
Υπήρξαν μεθοδικοί στην επιδίωξη τους, ενισχύοντας όλες τις πτυχές και τις εκδηλώσεις του ελληνικού πολιτισμού και ιδρύοντας μεγάλο αριθμό ελληνικών πόλεων και στρατιωτικών αποικιών. Η Πέργαμος εξελίχθηκε στη λαμπρότερη ελληνική πόλη της Ελληνιστικής Περιόδου μετά την Αλεξάνδρεια, επισκιάζοντας ακόμη και τη σελευκιδική πρωτεύουσα Αντιόχεια.
Το ρυμοτομικό σχέδιο της Περγάμου ακολουθούσε τις βασικές ιπποδάμειες αρχές και εφαρμόσθηκε δεξιοτεχνικά στην έκταση του λόφου της παλαιάς ακρόπολης. Η νότια πλευρά της ακρόπολης επιχωματώθηκε και διαμορφώθηκε έτσι ώστε να ιδρυθούν εκεί ναοί, δύο Αγορές, το Ωδείο, το γυμνάσιο, οι παλαίστρες και άλλα δημόσια κτίσματα. Κοντά στην κορυφή της ακρόπολης υψωνόταν ο μεγάλος ναός του Δία, του οποίου η εξαίσια ζωοφόρος (με θέμα την Τιτανομαχία) και άλλα τμήματα του, εκτίθενται σήμερα στο αρχαιολογικό «Μουσείο Περγάμου» του Βερολίνου. Η ανώτερη (υψηλότερη) συνοικία της πόλης, στην οποία κατοικούσαν ο βασιλιάς και οι αυλικοί του, συνδεόταν με το υπόλοιπο άστυ μέσω μιας πύλης την οποία διέσχιζε η κύρια οδός που διέτρεχε σχεδόν όλη την πόλη.
Στην άνω πόλη υπήρχε το Ιερό της Αθηνάς και η περίφημη Περγαμηνή Βιβλιοθήκη. Αργότερα, ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Τραϊανός ίδρυσε εκεί έναν ακόμη επιβλητικό ναό. Σε χαμηλότερο επίπεδο βρισκόταν το θέατρο της πόλης, χωρητικότητας 10.000 θεατών, με σκηνή η οποία μπορούσε να αφαιρεθεί όταν δεν δίνονταν παραστάσεις. Κοντά του βρισκόταν ένας ναός ιωνικού ρυθμού, αφιερωμένος ενδεχομένως στον Διόνυσο. Η υπόλοιπη έκταση της άνω πόλης περιλάμβανε το ατταλιδικό ανάκτορο και τα βοηθητικά κτίρια.
Στην κάτω πόλη, η οποία εκτεινόταν στους πρόποδες της ακρόπολης και στην παρακείμενη πεδινή περιοχή, κατοικούσαν οι περισσότεροι πολίτες. Εκεί βρισκόταν το ιερό και θεραπευτήριο του Ακληπιού. Ο Ατταλίδες προσπαθούσαν να προσεταιρισθούν τους πολίτες της Περγάμου και των άλλων πόλεων της επικράτειας τους, αυτοπροβαλλόμενοι ως δημοκρατικοί ηγεμόνες και όχι ως μονάρχες. Ωστόσο, οι υπήκοοι τους αλλά και οι άλλοι Έλληνες, αντιπαθούσαν τους ύστερους Ατταλίδες (197-133 π.Χ.) θεωρώντας τους ανδρείκελα των Ρωμαίων. Παρά ταύτα, η προσφορά της ατταλιδικής δυναστείας στον ελληνιστικό κόσμο ήταν από τις σημαντικότερες, επειδή προστάτευε με ζήλο τα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.
Η βιβλιοθήκη της Περγάμου ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ελληνιστική μετά από εκείνη των Πτολεμαίων, συγκεντρώνοντας 200.000 τόμους. Περίφημη είναι και η «Περγαμηνή Σχολή» γλυπτικής. Οι επιβλητικές μορφές των ηττημένων Γαλατών που απεικονίζονται στα αριστουργηματικά γλυπτά της Περγάμου φιλοτεχνήθηκαν για να «διαδηλώσουν» τις ατταλιδικές νίκες σε βάρος τους. Τέλος, οι Ατταλίδες (και γενικά οι Περγαμηνοί Έλληνες) συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ελληνιστικής οικονομίας, προωθώντας την αναβάθμιση των μεθόδων γεωργίας και την αύξηση της βιοτεχνικής παραγωγής. Οι Περγαμηνοί χρησιμοποίησαν δούλους περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους Έλληνες για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας.
Εκεί, στην Πέργαμο, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν αυτός που δίδαξε τον χριστιανισμό και ίδρυσε την τρίτη Αποστολική Εκκλησία της Ασίας. Εκεί βρήκαν καταφύγιο χιλιάδες Έλληνες ξεριζωμένοι και κυνηγημένοι από τα χωριά και τις πόλεις τους, μετά την άτυχη ελληνική εξέγερση του 1770, που υποκίνησαν οι Ρώσοι με τον Ορλόφ στο Αιγαίο. Ο πρώτος μεγάλος διωγμός των Ελλήνων της Περγάμου έγινε το  1914, με την κήρυξη του Α΄ μεγάλου Πόλεμου, ενώ η καταστροφή και το ξερίζωμα του ανθηρού και ανόθευτου Ελληνισμού της ολοκληρώθηκαν το 1922.
Οι καζάδες (υποδιοικήσεις) της διοίκησης Σμύρνης στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχαν τις έδρες τους σε πολλές ακόμα κωμοπόλεις ελληνικές. Τα ιστορικά Βρίουλα (Ούρλα), το μαρτυρικό Αϊδίνιο, το Βαϊνδίρι, η Μενεμένη, η Νεάπολη (Κουμάνταρε), η Κρήνη (Τσάσκες) και τόσες άλλες μεγάλες μικρές εστίες του Ελληνισμού και ορθοδοξίας ήταν οι πατρίδες οι αξέχαστες και ακόμα αλύτρωτες.
Αρχαιότητες της Περγάμου: Το άγαλμα της Πτερωτής Νίκης, το θέατρο του Ασκληπιείου, Αρχαίο υπόγειο πέρασμα, ερείπια από την ελληνιστική περίοδο, το Γυμναστήριο, το «Ωδείον», ο ναός του Τραϊανού στην Ακρόπολη, η βιβλιοθήκη του Κέλσου, ερείπια από την αρχαία πόλη.

 

6. Πόλεις στη διοίκηση Τράλλεων, στο βιλαέτι της Σμύρνης


Έδρα της διοίκησης αυτής (σαντζάκι) ήταν οι Τράλλεις, το Αϊδίνιο (τουρκ. Αϊντίν γκιουζέλ χισάρ) το μεγάλο σταυροδρόμι του εσωτερικού, χτισμένες από αρχαίους Θράκες, όπως μας βεβαιώνει ο Στράβωνας, που είδε και κτίσματα Ελλήνων από το Άργος ανάμεσα στα σπίτια της. Πόλη όμορφη με 40.000 κατοίκους, γραφική, πάνω στον καταπράσινο λόφο της και κοντά στον ποταμό Μαίανδρο, γνώρισε ακμή και πλούσια εμπορική κίνηση χάρη στη θέση της πάνω στους δρόμους που ένωναν μεγάλες περιοχές της Μ. Ασίας με τα νότια παράλια και τη Ρόδο, καθώς και με την Έφεσο και την Απάμεια.
Και εδώ ο Γερμανός Ντέρπφελντ, μαζί με τον συμπατριώτη του Χούμαν, αποκάλυψαν την αρχαία πόλη, που όλα της μαρτυρούν την ελληνικότητα της και τον ανάλογο πολιτισμό της, που έχει να δείξει σαν γνήσια παιδιά του τους αρχαίους ρήτορες Διονυσοκλή και Δαμάσο τον Σκόμβρο, τους γλύπτες Απολλώνιο και Τουρίσκο, τον αρχιτέκτονα της Αγίας Σοφίας Ανθέμιο και αμέτρητους άλλους.
Στην ίδια διοικητική περιφέρεια υπήρχε και ο καζάς (υποδιοίκηση) της Σώκιας, που το κοινό αυτό όνομα με το οποίο την ήξεραν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας Έλληνες και ξένοι, δεν αφήνει να καταλάβεις ότι πρόκειται για την ιστορική και φυσικά ελληνική, Μαιανδρούπολη. Η Σώκια είναι μια όμορφη κωμόπολη, που σε όλη την Τουρκοκρατία έχει να δείξει μια κοινωνική και πολιτιστική ζωή αντάξια του παρελθόντος της. Λειτουργούσε εκεί, από πολλά χρόνια πριν την Μικρασιατική καταστροφή, ο «ΙΩΝΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ», σύλλογος μουσικογυμναστικός με πληθωρική δράση και διακρίσεις.
Άλλη ιστορική πόλη της ίδιας περιφέρειας ήταν και η ένδοξη Μίλητος, στην ακτή του Λατμικού κόλπου, που την ίδρυσαν Κρήτες και αργότερα πύκνωσαν τον πληθυσμό της Ίωνες. Εξελίχθηκε σε εμπορική πόλη και ναυτική δύναμη. Οι Μιλήσιοι ίδρυσαν παραπάνω από 80 αποικίες σε Εύξεινο Πόντο, νησιά του Αιγαίου και Αίγυπτο. Από τη Μίλητο καταγόταν ο Κάδμος, ο πρώτος που έγραψε σε πεζό λόγο, ο ιστορικός Εκταίος, ο αρχιτέκτονας Ιππόδαμος, ο μουσικός και ποιητής Τιμόθεος, η Ασπασία του Περικλή, ο Θαλής (ένας από τους 7 σοφούς) και άλλα ιστορικά πρόσωπα της αρχαίας Ελλάδας. Το ελληνικό χωριό Γέροντας, βρισκόταν 18 χλμ πιο νότια από τη θέση της Μιλήτου, εκεί ακριβώς που ήταν τα αρχαία Δίδυμα, όπου και ο ξακουστός ναός του Διδυμαίου Απόλλωνα με το μαντείο του.

 

7. Πόλεις στο σαντζάκι (επαρχία) Μαγνησίας


Η Μαγνησία (Μάνισα) βρίσκεται στα βόρεια ανατολικά της Σμύρνης, πάνω στο δρόμο για το βουνό Σίπυλος. Χάρη στη μεγάλη και καλά οργανωμένη χριστιανική της κοινότητα, προτιμήθηκε σαν έδρα του μητροπολίτη Εφέσου, από τις τελευταίες δεκαετίας του 15ου αι. και μέχρι το τέλος του 19ου. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οι πιο πολλοί από τους κατοίκους της δημιούργησαν κοντά στη Θεσ/νίκη τον προσφυγικό συνοικισμό Νέας Μαγνησίας, ο οποίος ενώθηκε με την κοινότητα Διαβατών και απετέλεσαν για μια δεκαετία το Δήμο Ιωνίας.
Στο ίδιο σαντζάκι βρίσκεται και η Φιλαδέλφεια, πόλη που η ιστορία της αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας του χριστιανισμού. Είναι χτισμένη στα πόδια του βουνού Τμώλος (Μποζντάγ = Πόλη του Θεού). Πολύ κοντά της περνάει ο αρχαίος Κόζαμος (Κουζούτσατ), παραπόταμος του Έρμου.  Την έχτισε το 150 π.Χ. ο Άταλος ο Φιλάδελφος, ο οποίος της έδωσε το όνομα του και σε περίπου 15 χρόνια κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, που την έκαναν ωραία και επιβλητική σε σημείο που να είναι γνωστή με το όνομα «Μικρή Αθήνα». Οι κάτοικοι της πέτυχαν να είναι η πόλη τους η τελευταία της Ανατολής που κατακτήθηκε από τους Τούρκους.
Στην 6η επιστολή της Αποκαλύψεως, ο Ιωάννης επαινεί την Εκκλησία της Φιλαδέλφειας και φαίνεται πως θεωρεί τους χριστιανούς και τον ιεράρχη της άψογους και ευσεβείς πιστούς. Από τη Φιλαδέλφεια κατάγονταν οι 12 μάρτυρες που μαζί με τον Πολύκαρπο Σμύρνης βρήκαν το θάνατο στο Στάδιο της Εφέσου, όπως και ο νεομάρτυρας Παχώμιος (18ος αι.). Μετά την καταστροφή του 1922 οι κάτοικοι της Φιλαδέλφειας βρήκαν καταφύγιο και φιλοξενία στην Αττική, όπου δημιούργησαν τη Νέα Φιλαδέλφεια.
Τα Θυάτειρα (Ακ Χισάρ) ανήκουν κι αυτά στο σαντζάκι της Μαγνησίας και η παράδοση τα θέλει πόλη πανάρχαια, κατακτημένη από τους Ασσύριους, η οποία θα πάρει στην αρχή το όνομα Σεμίραμις, που όμως θα το διατηρήσει μόνο όσο κράτησε η κατοχή της για να ξαναγίνει Πελοπία και τελικά Θυγάτειρα (τα Θυάτειρα είναι μικρή παραφθορά της ονομασίας αυτής) από τον Σέλευκο, επειδή αυτός απόκτησε κόρη την ίδια μέρα που έμπαινε νικητής την πόλη. Ο χριστιανισμός διδάχτηκε και απλώθηκε εκεί από τον άγιο Ιωάννη το Θεολόγο και η Εκκλησία των Θυατείρων είναι από τις πρώτες της Μικρασιατικής Ελλάδας. Το 1922 στα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι κάτοικοι της σφάχτηκαν άγρια από τους Τσέτες.
Τα Θυάτειρα ήταν δήμος (καζάς) με 58 χωριά και οικισμούς, ενώ στην ίδια διοίκηση ανθούσαν και άλλοι μικρότεροι δήμοι και μεγάλες κωμοπόλεις, όπως η Ακμονία (Δεμιρτζή), η Ακρασός (Κιρκ Αγάτς), το Σαλιχλή κ.α.

 

8. Πόλεις στο σαντζάκι (επαρχία) Μύνδου (Μεντές)


Μια ακόμη διοίκηση του βιλαετίου της Σμύρνης ήταν της Μύνδου. Ανάμεσα στις άλλες πόλεις της είναι η ιστορική Αλικαρνασσός, που είχε ξεχωριστή θέση τόσο για το λαμπρό παρελθόν της όσο και για την ανθούσα ορθόδοξη ελληνική της κοινότητα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σήμερα η Αλικαρνασσός λέγεται Μπόντρουμ. Η ονομασία αυτή οφείλεται στον Ιωαννίτη Ιππότη Πέτρο, που την ονόμασε Πετρώνιο και με παραφθορά έγινε Bodrum.
Η Αλικαρνασσός χτίστηκε από Τροιζήνιους θαλασσοπόρους που με αρχηγό τους τον Άνθη έφθασαν  πρώτοι εκεί, για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα Ίωνες και Δωριείς, οι οποίοι συνοίκησαν ειρηνικά την πόλη, την μεγάλωσαν και την ανάδειξαν σε μια από τις 6 μεγαλύτερες και ισχυρότερες της Μ. Ασίας.
Ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό, όπως και ο ποιητής Παννυάσιος, ο ιστορικός των Αλεξανδρινών χρόνων Διονύσιος και πολλοί ακόμα Έλληνες που καλλιέργησαν το ιωνικό πνεύμα και την τέχνη.
Στην Αλικαρνασσό βρισκόταν το ξακουστό «Μαυσωλείο», (διακοσμημένο από τους γλύπτες Πραξιτέλη, Σκόπα και Βύαξη), τάφος και μνημείο του βασιλιά της Μαυσώλου, που το έχτισε η γυναίκα του Αρτεμισία, για να τιμήσει την ευεργετική βασιλεία του άντρα της, χάρη στην οποία η πόλη τους εξελίχτηκε σε πανίσχυρο και πλούσιο λιμάνι και φρούριο της Μεσογείου.
Η ακμή της Αλικαρνασσού συνεχίστηκε και αργότερα επί κατάκτησης της από τον Πτολεμαίο, αργότερα από τους ιππότες της Ρόδου (190 μ.Χ.) και από τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Το 1522 οι Τούρκοι καταφέρνουν να την κατακτήσουν και να ακολουθήσει κι αυτή την ίδια μοίρα με την Ιστορία. Το 1922 ακολούθησε η Μικρασιατική καταστροφή, οι σφαγές και ο ξεριζωμός. Όσοι κατάφεραν να σωθούν έφτασαν πρόσφυγες στην ελεύθερη Ελλάδα και έχτισαν Νέα Αλικαρνασσό στην Κρήτη.
Στο σαντζάκι της Μύνδου βρίσκεται και το Μέγρι, που δεν είναι άλλο από την ελληνικότατη Μάκρη, την αρχαία Τελμησσό. Έδρα άλλου καζά ήταν η Μύλασα (Μίλας ή Μέλες) η οποία στην αρχαιότητα ήταν πρωτεύουσα της Καρίας, πριν από την Αλικαρνασσό. Στα νότια της Μάκρης βρίσκεται το Λιβίσι ή Λοιβίσι (τουρκ. Καγιά), η ιστορική ελληνική Καρμυλησσός. Τέλος, τα Παλάτια, η Μεντέλια, η Κέραμος, η Μαρμαρίδα (Μέρμερις) και ο Καύνος ήταν κωμοπόλεις με ελληνικό πληθυσμό που άνθισαν στα παράλια της Καρίας.

 

9. Η Μικρασιατική περιοχή της Κων/πολης – Κων/πολη


(1 σαντζάκι  με 6 καζάδες)
Η Μικρασιατική περιοχή της Κων/πολης (κατά την Οθωμανική περίοδο πήρε ονομασίες όπως Stimbol, Enstabul και μετατράπηκε σε Ισταμπούλ) έχει συνολική έκταση 4.000 τετρ. χλμ. την εποχή της καταστροφής (1922) είχε ένα πληθυσμό 250.000 κατοίκους, που ζούσαν στις πανέμορφες και ιστορικές πόλεις και κωμοπόλεις της, στα γραφικά χωριά της και στα μαγευτικά Πριγκηπόνησα (ήταν εννιά, αλλά κατοικούνταν τα τέσσερα, τα: Πρίγκηπος, Χάλκη, Αντιγόνη, Πάνορμος, ενώ τα υπόλοιπα πέντε ήταν βραχονησίδες, τα: Πλάτη, Πίτα, Νέανδρος, Οξύα, Αντιρρόβιθος),  που βρίσκονται  στη θάλασσα της Προποντίδας (Μαρμαρά).
Η μεγαλύτερη πόλη της περιοχής αυτής είναι το Σκούταρι, η ιστορική αρχαία Χρυσούπολις (τουρκ. Ουσκουντάρ). Το 1922 είχε περίπου 100.000 κατοίκους και είχε ήδη εξελιχτεί σε προάστιο της Κων/πολης. Άλλες πόλεις είναι η Χαλκηδόνα (Κατί-κιοϊ), το Χαϊδάρ-πασά, η Ερέγκιοϊ, η Ντάριτζα, η Χηλή, το Κέπτζε, η Δακρίβυζα, η Λίβυσα, το Ρύσιο.
Η Κων/πολη είναι η μεγαλύτερη πόλη στην περιοχή του Μαρμαρά της σημερινής Τουρκίας, η οποία συνδέει την Ευρώπη με την Ασία και λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ήταν για αιώνες το ιστορικό κέντρο της ανθρωπότητας και μια από τις σημαντικότερες πόλεις του κόσμου μας. Η πόλη διαχωρίζεται σε δυο ομάδες με τον Βόσπορο που συνδέει τον Εύξεινο Πόντο με τη θάλασσα της Προποντίδας (Μαρμαρά).
Σύμφωνα με τη γεωγραφική της θέση, εδάφη της που είναι με ιδιότητα υψιπέδου χωρίζονται με τους χαμηλούς λόφους και με τις ανώμαλες κοιλάδες ποταμιών που χύνονται στον Εύξεινο Πόντο και στη θάλασσα του Μαρμαρά. Στο σημείο της Ασιατικής πλευράς της πόλης συναντιούνται τα ανώμαλα βουνά: Αιδος Δαγι, Καγις Δαγι, Αλέμδαρ Δαγι, Λόφος Μοπυϊουκ, Τσαμλιτζα και Λόφος Ιγιουσα. Εξάλλου η Κων/πολη είναι ένα σημείο διέλευσης της παλιότερης εμπορικής γραμμής που εξασφαλίζει την εμπορία μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Διαδοχικές μεταναστεύσεις των Φυλών, εισβολές που έγιναν κατά την ιστορική εποχή, συνενώνουν τους λαούς που ζουν σ’ αυτή την περιοχή με τους μετανάστες και έβγαλε μια νέα κοινότητα. Αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν μετά από ανασκαφές και έρευνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην Κων/πολη, στην Χαλκηδόνα, Φικιρτεπέ, Πεντικ και στο Σεράι Μπουρνού από τον Ord. Prof. Dr. A. Mufit Mansel, Prof. Dr. Halet Cambel, αρχαιολόγος Edibe Uzunoglu, δείχνουν ότι ζούσαν άνθρωποι σε αυτή την περιοχή γύρω στο 7000 – 5000 π.Χ. στις περιοχές αυτές βρέθηκαν αγγεία που ανήκουν στα χρόνια 6000 – 5000 π.Χ. Εξάλλου στην περιοχή Σεράι Μπουρνού παρατηρήθηκε, τα ίχνη σημαντικών οικισμών, που ανήκουν  στις προϊστορικές εποχές. Ειδικά τραβάει την προσοχή ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση στο χώρο που επεκτείνεται από το Σεράι Μπουρνού μέχρι το Σουλτάν Αχμέτ από το 2000 π.Χ.
Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή αποκάλυψαν επίσης ότι ένα μέρος Φρυγών και οι θρακικές φυλές κατοικούσαν εδώ. Τελικά αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς: ο Πολύβιος, ο Ηρόδοτος και ο Στράβονας, συμφώνησαν στο γεγονός ότι ιδρυτές της πόλης είναι οι Θράκες. Μερικές αρχαιολογικές πηγές γράφουν ότι η πλατεία του Αυγουσταίου που βρίσκεται μπροστά  από την Αγία Σοφία ονομάζεται ως «Πλατεία Θρακών».  Οι Θράκες κατασκεύασαν ένα άγαλμα του Δία σ’ αυτή την πλατεία το οποίο δείχνει τον Δία πάνω σ’ ένα άλογο.
Σύμφωνα με τις μυθολογικές πηγές, η Κων/πολη ιδρύθηκε από τον βασιλιά Βύζα ( Βύζας = γιος του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα), γιο του ημίθεου θράκα Σεμίστρου. Σύμφωνα με τον αρχαίο Έλληνα συγγραφέα Χεσίκιο, που ήταν από τη Μίλητο, εκείνη την εποχή άρχιζε η μεγάλη πείνα στην Κεντρική Ελλάδα και ο λαός βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση. Έναντι αυτής της κατάστασης, ο βασιλιάς των Μεγάρων Βύζας έφτασε στους χρησμοδότες του Ναού Απόλλωνα και τους εξήγησε την απελπισία του. Εκείνοι του πρότειναν να μεταναστεύσουν «στην απέναντι περιοχή της χώρας των τυφλών» και μετά ο Βύζας ήρθε στο Σεράι Μπουρνού μαζί με τον λαό του το 660 π.Χ.
Έτσι δυναμώνει ο ισχυρισμός ότι Βυζάντιον είναι μια αποικία Μεγαρέων που ζουν στην Κεντρική Ελλάδα. Όταν ο Βύζας πήγε εκεί, είδε ότι οι Φρύγες ήταν εγκατεστημένοι στην Χαλκηδόνα και δεν υπήρχε κανείς που βρισκόταν στο Σεράι Μπουρνού. Κατά μια έννοια ήταν «τυφλοί», καθώς δεν είχαν αντιληφθεί την μια τέτοια περιοχή.
Ελληνικές κεραμικές που ανήκουν στον VII αι. π.Χ. ανακαλύφθηκαν στις ανασκαφές που γίνονται στην αυλή του σημερινού παλατιού του Τοπκαπί. Αρχαιολογικές έρευνες που διεξάγονται σ’ αυτήν την περιοχή, αποκάλυψαν ότι πρώτη πόλη που ιδρύθηκε εδώ είναι Βυζάντιον. Ο ιστορικός Πλίνιος αναφέρει ότι εδώ έχει ένα χωριό που ονομαζόταν Λύγος πριν την ίδρυση του Βυζαντίου. Το Βυζάντιο το οποίο βρισκόταν σε ένα ευρύ χώρο που περιέχει το Σεράι Μπουρνού, το Sur-u Sultani (Τείχος του Σουλτάνου) που περικυκλώνεται από την εξωτερική αυλή του σημερινού παλατιού του Τοπκαπί και το Σουλτάν Αχμέτ. Ρ. Kretschmer, ισχυρίζεται ότι το όνομα του Βυζαντίου είναι μεταφερόμενο από τα Βαλκάνια προ των Φρυγών.
Το Βυζάντιο υφίσταται τις επιδρομές των Γαλατών συνεχώς που έρχονται από την δύση το 279 π.Χ. Μετά οι Θράκες Βιθύνοι ίδρυσαν το βασίλειο της Βιθυνίας στην περιοχή που είναι μεταξύ του Βοσπόρου και του Σαγγάριου. Το 74 π.Χ. ο Νικομήδης Δ΄, ο βασιλιάς της Βιθυνίας παρέδωσε τη χώρα του στους Ρωμαίους με διαθήκη. Μετά από αυτήν την κατάσταση η Κων/πολη έμεινε στα σύνορα της Επαρχίας Βιθυνίας - Πόντου του Ρωμαϊκού κράτους. Το 330 μ.Χ. ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Κωνστάντιος Α΄ την ανακήρυξε πρωτεύουσα του κράτους του και το όνομα Βυζάντιον άλλαξε σε Κων/πολη.
Ο Κωνστάντιος Α΄ άρεσε να στολίζει την πόλη με φαντασμαγορικά κτίρια (πλατεία Σουλταναχμέτ, Αγία Σοφία, Παλάτι Τοπκαπι ήταν γνωστό πεδίο και ονομαζόταν Ακρόπολις). Σύμφωνα με πληροφορίες του ιστορικού Διονύσιου η Ακρόπολις περιφράχθηκε με τείχη που υποστηρίζονταν από 27 πύργους (Μαρμαρά έως Αχιρκαπί), τα οποία γκρεμίστηκαν βέβαια από σεισμούς, αλλά ο βασιλιάς ΙΙ.Θεοδόσιος (408-450) τα μεγάλωσε και τα έκανε δυνατή άμυνα της περιοχής.  Ανακαινίστηκαν κατόπιν από τους Θεόφιλο (829-842), ΙΙΙ.Μιχαήλ (842-867), Ι.Βασίλειο (867-886), ΙΙ.Βασίλειο (967-1025), Εμμανουήλ Κομνηνό (1143-1180) και ΙΙΙ.Ανδρόνικο Παλαιολόγο τον 3ο (1328-1341).
Στην Ακρόπολη βρισκόταν ο ναός της Αθηνάς Εκβασίας που χτίστηκε στην εποχή των Ρωμαίων, στα παράλια του Μαρμαρά και οι ναοί του Ποσειδώνα, του Δία (Ναός της Αγίας Μένας) και στην περιοχή που βρίσκεται το Παλάτι του Τόπκαπι οι ναοί της Αφροδίτης, της Αρτέμιδος και του Διόνυσου. Μετά όμως από λαϊκές εξεγέρσεις τμήμα της πόλης και η Αγια - Σοφιά καταστράφηκαν κατά καιρούς από επαναστάσεις. Η στάση του Νίκα το 532 που διακινδυνεύει τον θρόνο και τη ζωή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού και η εξέγερση η οποία καταπνίγεται από τη σύζυγο του αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον στρατηγό Βελισάριο ξέσπασαν πυρκαγιές σε όλες τις περιοχές της πόλης και έπαθαν μεγάλη ζημιά η Αγία Σοφία,  Αγία Ειρήνη και Σάμσον Ξενοδοχείων.
Την εποχή του Βυζάντιου η Κων/πολη αύξησε τον πληθυσμό της, οι κατασκευές αυξήθηκαν, ολοκληρώθηκε το ιπποδρόμιο που περιείχε διάφορα αγάλματα, ακολούθησαν διάφορες κατασκευές με μεγάλο παλάτι μέσα στην πόλη, κατασκευάστηκαν κεντρικοί δρόμοι και λεωφόροι (όπως, η Μέσσε). Ύστερα από την εξάπλωση του χριστιανισμού η πόλη στολίστηκε με μοναστήρια και εκκλησίες. Η Αγία Σοφία ήταν το θρησκευτικό κέντρο της πόλης και μετά χτίστηκαν τα άλλα κτίρια όπως η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, Σέργιος Βάκχος (Μικρή Αγία Σοφία).
Ελληνικά μνημεία της Κων/πολης: Ο Οβελίσκος του Θεοδοσίου, η ελικοειδής Στήλη των Όφεων, η Στήλη του Κων/νου του Πορφυρογέννητου (Χάλκινη Στήλη), το Μουσείο της Αγίας Σοφίας, η Βασιλική Δεξαμενή, η Αγία Ειρήνη, Στήλη του Κων/νου, η Εκκλησία (Μονή) της Χώρας, η Εκκλησία Παναγία ή Παμμακάριστος κ.α.
Ας δούμε όμως ποιος ήταν ο Ναός της Αγια –Σοφιάς και τι συμβόλιζε: Ο Ναός της Αγια - Σοφιάς στην Κων/πολη κτίστηκε από τον Μέγα Κων/νο το 330 μ.Χ. σε ρυθμό βασιλικής και αφιερώθηκε στην αγία σοφία του Θεού. Ως τα χρόνια του Αρκάδιου ήταν ο μεγαλύτερος ναός της Ανατολής. Στην Αγια - Σοφιά έγιναν μεγάλα εκκλησιαστικά και πολιτικά γεγονότα, που είχαν μεγάλη απήχηση στην τύχη του Γένους.
Η Αγια - Σοφιά θεωρούνταν το ιερότατο σύμβολο της θρησκευτικής και πολιτικής ύπαρξης του έθνους. Κατά τους ειδικούς, ο ναός της Αγιάς-Σοφιάς είναι ο αντίποδας του Παρθενώνα και το μεγάλο μνημείο της βασιλείας του Ιουστινιανού. Η τέχνη των αρχιτεκτόνων του Ανθέμιου και Ισίδωρου ήταν διαφορετική από εκείνη του Ικτίνου, αλλά η εντύπωση που προξενούν στο θεωρητή τα δυο μεγαλουργήματα είναι η ίδια.
Οι Έλληνες αρχιτέκτονες, ο Ανθέμιος από τις Τράλλεις της Μ. Ασίας και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, διαπρεπείς φυσιογνωμίες της εποχής, βοήθησαν στο στήσιμο του ναού με υλικά, με τις αρχιτεκτονικές τους ικανότητες και την πνευματική τους διορατικότητα κι εφευρετικότητα, ώστε να εξυμνηθούν από τους σύγχρονους συγγραφείς. Ο Προκόπιος συγκρίνει την Αγιά Σοφιά με ένα καράβι με άγκυρα, που υψώνεται πάνω από όλα τα κτίρια της Κων/πολης.
Κύριο χαρακτηριστικό του ναού είναι η απεραντοσύνη χώρου και η επιβλητική παρουσία του. Ο ηγετικός ρόλος της Αγια - Σοφιάς τελείωσε με την κατάρρευση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Πλήθος από θρύλους, παραδόσεις και δημοτικά τραγούδια, που σχετίζονται με το χτίσιμο της Αγια - Σοφιάς, έμειναν μέχρι σήμερα ζωντανά για να θυμίζουν την παλιά δόξα της αυτοκρατορίας. Σήμερα είναι βυζαντινό μουσείο, όπως και η Αγια - Σοφιά Νίκαιας της Βιθυνίας.
Η Άλωση: Οι Τούρκοι πολιόρκησαν την Κων/πολη και προσπάθησαν να την καταλάβουν, χωρίς να το πετύχουν, το 1392, 1398, 1412, 1422 και 1432. Από τις αρχές του 1453 μ. Χ. τουρκικά στρατεύματα από διάφορες κατευθύνσεις άρχισαν να πλησιάζουν τη Βασιλεύουσα. Πρώτος έφθασε ο Κοτζά μπέης με την εμπροσθοφυλακή και πολύ εύκολα κυρίεψε τα τελευταία ελεύθερα κάστρα της στο θρακικό έδαφος (΄Αγιο Στέφανο, Επιβάτες, Ηράκλεια, Βιζύη, Πύργο, Αγχίαλο, Μεσημβρία).  Τον Απρίλιο φάνηκε και ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ με τον κύριο όγκο του στρατού του. Έστησε τη σκηνή του απέναντι από την πύλη του Αγίου Ρωμανού και άρχισε την πολιορκία.
Μέσα στην πόλη οι υπερασπιστές της 8.000 περίπου Έλληνες και 2.000 ξένοι, είχαν εμπιστευθεί τις ελπίδες τους κυρίως στα χερσαία τείχη, τα οποία πίστευαν πως ήταν σε θέση να συγκρατήσουν τις επιθέσεις των 300.000 Τούρκων πολιορκητών. Ολόκληρο τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1453 οι συγκρούσεις δε σταμάτησαν καθόλου και διακρίνονταν για το πείσμα και τη σκληρότητα τους και από τις δύο πλευρές. Στις 24 Μάιου ο σουλτάνος ζήτησε την παράδοση της πόλης, αλλά ο Κων/νος Παλαιολόγος του έδωσε την απάντηση που ταίριαζε στο ήθος του: «Το να σου παραδοθεί η Πόλη δεν είναι στην εξουσία μου ούτε στην εξουσία οποιουδήποτε άλλου από τους κατοίκους της, γιατί κοινή είναι η απόφαση να πεθάνουμε θεληματικά και να μη λογαριάσουμε τη ζωή μας.
Οι τελευταίες πέντε μέρες ήταν πραγματικά θλιβερές για τη Βασιλεύουσα. Εκτός από τις θρησκευτικές διενέξεις των κατοίκων της, όπως αφηγούντο τα χρονικά της εποχής και άλλα γεγονότα κλόνιζαν το ηθικό τους: η κοινή δυσθυμία ύστερα από την αποτυχημένη απόπειρα να πυρποληθεί ο Τουρκικός στόλος μέσα στον Κεράτιο, οι φιλονικίες Βενετών και Γενουατών, η κόπωση και η απειθαρχία των Ελλήνων υπερασπιστών, τα κρούσματα διαρροής και λιποταξιών, η έλλειψη και ακρίβεια των τροφίμων και η άρνηση των πλούσιων οικογενειών να ενισχύσουν οικονομικά τον αυτοκράτορα.
Εκτός από αυτά, διάφοροι παλιοί χρησμοί, φήμες και τυχαία φαινόμενα (λάμψεις στον ουρανό, σκοτεινά σύννεφα, σεισμοί, σφοδρές ανοιξιάτικες καταιγίδες με «φρικώδεις» κεραυνούς κλπ) τροφοδοτούσαν τη νευρικότητα, τη δεισιδαιμονία και τη θρησκοληψία των πολιορκημένων. Ορισμένα μάλιστα κρούσματα παροξυσμού οφείλονταν οπωσδήποτε στο άγχος των κρίσιμων εκείνων ημερών. Έτσι π.χ. 3 ή 4 μέρες πριν από τη μεγάλη επίθεση, κατά τη διάρκεια συγκινητικής λιτανείας, έτυχε να  ξεφύγει η εικόνα της Παναγίας από τα χέρια των ιερέων που την κρατούσαν και να πέσει στο έδαφος. Την ίδια στιγμή συνέπεσε να ξεσπάσει και μια βιβλική καταιγίδα, που σχημάτισε χείμαρρους ικανούς να παρασύρουν με την ορμή τους μικρά παιδιά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε εκδηλώσεις πραγματικής υστερίας, γιατί όλοι πίστεψαν ότι «όλα θα χαθούν και θα παρασυρθούν σαν χείμαρρος και ορμητικό νερό».
Ο τελευταίος Παλαιολόγος είχε απόλυτα συνειδητοποιήσει την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί γύρω του. Κάλεσε τους άρχοντες και ζήτησε να γίνει ότι ήταν δυνατόν για τη σωτηρία της πόλης. Οι πλούσιοι όμως εξακολουθούσαν να δυστροπούν κι αρνούνταν να θέσουν στη διάθεση του τα πλούτη τους. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να δράσει ριζοσπαστικά: έλιωσε τα πολύτιμα ιερά σκεύη και έκοψε νομίσματα με την υπόσχεση να πληρώσει στα ιερά ιδρύματα το τετραπλάσιο, αν σωζόταν η πόλη. Πρόσταξε τους δημάρχους να καταγράψουν όλους τους άνδρες τους, κοσμικούς και κληρικούς, αυτούς που μπορούσαν και ήθελαν να πολεμήσουν. Άρχισε να συγκεντρώνει τρόφιμα για τους πολεμιστές και τις οικογένειες τους και έκανε ότι μπορούσε για την καλύτερη οργάνωση της άμυνας.
Στην πόλη όμως δεν έμεινε πια τίποτε άλλο, από το να ζήσει για τελευταία φορά ορισμένες στιγμές, ίσως τις πιο συγκινητικές του χιλιόχρονου μεγαλείου της. Τη νύχτα της Δευτέρας, 29ης  Μαΐου 1453, ο Κωνσταντίνος, αφού παρακολούθησε την υποβλητική λιτανεία του λαού στους δρόμους της Πόλης, κοινώνησε στην Αγία Σοφία και πήγε στα ανάκτορα, όπου ζήτησε συγνώμη από όλους.
Σε λίγες ώρες, κατά τα ξημερώματα, άρχισε η μεγάλη επίθεση από στεριά και θάλασσα. Η αμυντική γραμμή δεν άντεξε και ανοίχτηκαν ρήγματα σε πολλά σημεία. Σε ένα από αυτά, πάνω στα χαλάσματα του εσωτερικού τείχους μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Ρωμανού, βρήκε το θάνατο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, προσπαθώντας να αναχαιτίσει το χείμαρρο των εισβολέων.
Έτσι η πόλη βρέθηκε στα χέρια των Τούρκων. Οι σκηνές που διαδραματίσθηκαν σ’ αυτήν κατά τις πρώτες μέρες ήταν απερίγραπτης φρίκης. Οι κατακτητές έσφαζαν όσους αντιστέκονταν, λεηλατούσαν, αιχμαλώτιζαν, βίαζαν. Πλήθη ανδρών, γυναικών και παιδιών, που είχαν καταφύγει στην Αγία Σοφία, αφού αντιστάθηκαν για λίγο, αναγκάστηκαν στο τέλος να παραδοθούν με όρους. Ο μεγάλος πορθητής Μωάμεθ  Β΄ μπήκε στην Πόλη το μεσημέρι της 29ης Μαΐου και με συνοδεία ισχυρής ακολουθίας έφτασε στην Αγία Σοφία για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Αλλάχ. Από κείνη τη στιγμή το σύμβολο του βυζαντινού Ελληνισμού μετατρεπόταν  σε μουσουλμανικό τέμενος, ο Τούρκος σουλτάνος εγκατέστηνε στην Κων/πολη το παλάτι του και έπαιρνε τον τίτλο «Αμιράς Τουρκορωμαίων».
Η σημασία της Άλωσης: Η πτώση της Πόλης, της «κοινής των Ελλήνων εστίας», είχε αναμφισβήτητα κοσμοϊστορική σημασία. Ότι χάθηκε ήταν κοινό κτήμα της χριστιανοσύνης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Γι’ αυτό για πολλούς αιώνες συγκίνησε καλλιτέχνες, ποιητές και σοφούς της Ευρώπης. Αλλά και σ’ αυτούς τους λαούς της, στους Σλάβους, Ρουμάνους, Ούγγρους, Γερμανούς, Γάλλους, Ιταλούς και Ισπανούς η τραγωδία εκείνη προκάλεσε ειλικρινή αισθήματα θλίψης και πένθους, καθώς και μεγάλο ερεθισμό, τον οποίο τα συγκρουόμενα ποικίλα συμφέροντα των ισχυρών δεν άφησαν να εξελιχτεί σε μια οργανωμένη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων.
Πολλοί Έλληνες προαισθάνονταν την Άλωση και την θεωρούσαν βέβαιη, αλλά όμως ποτέ δεν ήθελαν να πιστέψουν το πράγμα αυτό. Κάποια κρυφή ελπίδα είχαν ότι την τελευταία στιγμή κάτι θα συνέβαινε, που θα μετέβαλλε άρδην την κατάσταση. Προφητείες κυκλοφορούσαν και παρηγορούσαν τις λαϊκές μάζες. Η αδυναμία και ο φόβος τους έκαναν να ζητούν να βρουν ερείσματα στην παρέμβαση του Θεού, ο οποίος δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει ανυπεράσπιστη τη «βασιλίδα των πόλεων» και τους είχαν βυθίσει βαθύτερα στον θρησκευτικό φανατισμό. Η Άλωση όμως συνέτριψε τις ελπίδες τους και το πλήγμα ήταν βαρύτατο για τον ελληνικό λαό.
Το γεγονός αυτό μαρτυρούν ως σήμερα οι σωζόμενοι πάμπολλοι λόγιοι και λαϊκοί θρύλοι, ποιητικοί και πεζοί και οι πολύ περισσότεροι ακόμη σκοτεινοί χρησμοί, θρύλοι και παραδόσεις. Η χρησμολογική αυτή φιλολογία αποδεικνύει όχι μόνο την συνταρακτική απήχηση του γεγονότος εκείνου στις ψυχές των χριστιανών, αλλά και τη ζωηρή πίστη των Ελλήνων στην «αποκατάσταση» τους. Η Άλωση της  Κων/πολης από τους Τούρκους απετέλεσε για την ιστορία του ελληνικού έθνους την συμβατική αρχή της περιόδου της Τουρκοκρατίας, έστω κι αν λείψανα της βυζαντινής αυτοκρατορίας εξακολουθούν να επιζούν ακόμη για μερικά χρόνια, έστω κι αν άλλες ελληνικές χώρες μένουν κάτω από την εξουσία των Φράγκων ηγεμόνων ή Φράγκικων κρατών. Κι αυτό γιατί η πτώση της Πόλης προδίκασε την τύχη όλων των άλλων λειψάνων της μεσαιωνικής ελληνικής αυτοκρατορίας.
Η Κων/πολη έπαψε πια τουλάχιστον προσωρινά να αποτελεί μεγάλο πολιτιστικό κέντρο επικοινωνίας Ανατολής και Δύσης. Η πτώση της είχε ακόμη επιδράσεις και την επιδείνωση της συμπεριφοράς των Τούρκων έναντι των Ελλήνων ραγιάδων, στην περιφρόνηση αυτών που δεν είχαν πια κράτος και ουσιαστικά καμία δύναμη.
Τα σύννεφα της σκλαβιάς προκάλεσαν αναπόφευκτα την παρακμή και την εξαφάνιση πολλών πνευματικών εστιών του Ελληνισμού. Η Άλωση  θλιβερό ορόσημο στην πτώση του πνευματικού επιπέδου. Ωστόσο, μετά την εκλογή του πατριάρχη Γενναδίου, ορισμένες ελληνικές οικογένειες άρχισαν να ενδιαφέρονται ζωηρά για την εκπαίδευση των παιδιών τους και ο ίδιος, τον ίδιο κιόλας χρόνο που έγινε Πατριάρχης (1454), ίδρυσε την Πατριαρχική Σχολή, στην οποία φοίτησαν και μορφώθηκαν εκατοντάδες νέων, καθώς και θρησκευτικοί, πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες των Ελλήνων αλλά και άλλων Βαλκανικών Εθνών.
Οι δημογραφικές ανακατατάξεις που συντελέστηκαν σε ολόκληρη τη διάρκεια του 16ου και του 17οθ αι. στη Θράκη, είχαν ουσιαστικές επιπτώσεις στην πληθυσμιακή σύνθεση και στην εμπορική ανάπτυξη των μεγαλύτερων θρακικών αστικών κέντρων. Αναμφισβήτητα η ερημωμένη σχεδόν Κων/πολη αποτέλεσε και πάλι την εποχή αυτή τον σπουδαιότερο ρόλο έλξης των συμπαγών μουσουλμανικών, ιδιαίτερα όμως ελληνικών, εβραϊκών και αρμενικών πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ο ανασυνοικισμός της, που συντελείται αμέσως μετά την Άλωση στα πλαίσια της τουρκικής εποικιστικής πολιτικής, πραγματοποιήθηκε αρχικά με τη βίαιη μετακίνηση ελληνικών, εβραϊκών και μουσουλμανικών πληθυσμών και αργότερα με την αθρόα συρροή Ελλήνων εμπόρων, βιοτεχνών και εργατών, οι οποίοι προέρχονταν από κάθε γωνιά της ελληνικής γης και αναζητούσαν εργασία.
Στην Κων/πολη επιστρέφουν, ακόμη, παλιοί χριστιανοί κάτοικοι της, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ απελευθερωθεί, εποικίζονται ως δουλοπάροικοι πολλοί βίαια εκτοπισμένοι χριστιανοί γεωργοί που θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου και παρατηρείται μαζική συρροή Ελλήνων από την Πελοπόννησο, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Μυτιλήνη, το Άργος, τη Μήδεια, την Αγαθούπολη, τη Σηλύβρια, την Ορεστιάδα, την Ανδριανούπολη, την Παλαιά και Νέα Φώκαια, την Τραπεζούντα, τη Σινώπη και το Αργυρόκαστρο.
Έτσι ο πληθυσμός της Κων/πολης, ο οποίος συγκροτούνταν από Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους, Σύριους, Τούρκους και Ευρωπαίους, γνώρισε αλματώδη αριθμητική αύξηση ώστε – από 300.000 – 500.000 κατοίκους στις αρχές του 16ου αι. – υπολογιζόταν στα τέλη του ίδιου αιώνα γύρω στις 700.000 και προσέγγιζε, έναν αιώνα αργότερα, τις 800.000 και υπήρξε πόλος έλξης ολόκληρου του ελληνισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 


Χρονολογικός πίνακας σημαντικότερων ιστορικών γεγονότων της Κων/πολης:


- 658 π.Χ.:Ίδρυση της αποικίας του Βυζαντίου από το Στράβωνα το Μεγαρέα
- αρχές 5ου αι.: Κατάληψη από Πέρσες.
- 479 π.Χ. Απελευθέρωση από τον Παυσανία.
- 340 π.Χ.: Πολιορκία Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας.
- 279 π.Χ.: Πολιορκία Γαλατών.
- 2ος αι. μ.Χ.: Κατάληψη από το Σεπτίμιο Σεβήρο.
- 324 μ.Χ.: Κατάληψη από το Λικίνιο.
- 330-11 Μαϊου: Εγκαίνια από το Μ. Κων/νο.
- 558: Επίθεση των Ούννων.
- 626: Πολιορκία Αβάρων και Περσών.
- 673: Πολιορκία Αράβων με το χαλίφη Μωαβιά.
- 941: Πολιορκία Ρώσων.
- 1204: Κατάληψη από τους σταυροφόρους.
- 1261: Ανακατάληψη από τους Βυζαντινούς.
- 1392-1398-1412-1422-1432: Πολιορκίες από τους Τούρκους.
- 1453-29 Μαΐου: Κατάληψη από το Μωάμεθ Β΄ ύστερα από πολιορκία.
- 1453: Αρχή Τουρκοκρατίας.
- Αρχές του 17ου αι.: Ο Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης δημιουργεί μια πολιτιστική άνθιση στην Κων/πολη.
- 1669-1821: Φαναριώτες διορίζονται Ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες.
- 1821: Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίζεται από τους Τούρκους, γιατί θεωρήθηκε υποκινητής της Ελληνικής Επανάστασης.
- 1878: Συνθήκη Αγίου Στεφάνου (προάστιο Κων/πολης): Απόσπαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ίδρυση σλαβικών κρατών Σερβίας, Ρουμανίας, Μαυροβουνίου και (Μεγάλης) Βουλγαρίας.
- 1879: Συγκρότηση Ανατολικής Ρωμυλίας.
- 1885: Προσάρτηση της Αν. Ρωμυλίας στη Βουλγαρία.
- 1922: Συμφωνία Μουδανιών: Παράδοση της Ανατ. Θράκης στην Τουρκία.
- 1923: Συνθήκη Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) για την ανταλλαγή του πληθυσμού Ελλάδας – Τουρκίας, για ειδικό καθεστώς στα νησιά Ίμβρος-Τένεδος, για ρύθμιση των συνόρων κ.α.

 

10. Νομός (Βιλαέτι) Προύσας


Οι 5 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Διοίκηση Προύσας
2. Βηλοκώμων  (Ερτογρούλ)
3. Κοτυαίου (Κιουτάχεια)
4. Ακροϊνού (Αφιόν Καρά Χισάρ)
5. Αδριανού (Μπαλούκ Κεσέρ)
1. Προύσας 2.Βηλοκώμων 3. Κοτυαίου 5. Ακροϊνού 5. Αδριανού
Προύσας Βηλοκώμων (Μπιλετζίκ) Κοτυαίου (Κιουτάχεια) Ακροϊνός (Αφιόν Καραχισάρ) Αδριανού Θηρών (Μπαλικεσέρ)
Κίος(Γκιουμλέκ) Θηβαζίου (Σουγιούτ) Δορυλαίου (Εσκί Σεχίρ) Δοκιμίου (Αζιζιέ) Πανόρμου (Πάντερμα)
Απαμείας (Μουδανιά) Αγγελοκώμων (Ινέ Γκιολ) Ευκαρπίας (Ουσάκ) Πολυβότου (Μπολβαδάν) Αρτάκης (Ερντέκ) ή Κυζίκου
Μιλητουπόλεως (Μιχαλίτς) Λευκών (Γενί Σεχίρ ή Λέφκε) Κάδων (Γκεδίζ ή Καδός) Απαμείας (Σαντικλή) Ζελείας (Κιουνέν)
Γερμών (Κερμαστής)  Συναού (Σιμάβ)  Αυλοκρήνης (Πηγαδίτς)
Αδριανών (Εδρενός)    Αγκύρας (Σιντιργί)
    Κισθήνης (Κεμέρ)
    Αδραμυττίου (Εντρεμίτ)
    Κυδωνιών (Αϊβαλίκ)

Άλλες πόλεις και χωριά:
Σιγή, Τρίγλια, Μπάλια, Γκιόνεν, Καζακλάρ, Πέραμος, Προκόνησος, Αλώνη, Αφισιά, Κούταλι, Μπαλάτ, Κούπλια, Γενί σεϊχ, Νίκαια, Κιόκτσογλου Τσιφλίκ, Αβτζιλάρ, Αραπλάρ, Ζεϊτενλί, Καβακλάρ, Ναρλί, Ντερέκιοϊ, Παπαζλί, Καράιντιν, Ταχτάκιοϊ, Φρένελι, Κουβούκλια, Σουσουπλούκ, Ταχταλί, Νεοχωράκι, Λαγκάδα, Μηχανιώνα, Σμάβλο, Καστέλι, Αφθόνη, Δρακούντα, Λοπάδι, Χαράκι, Πασαλιμάνι, Πριμικίτι, Ρόδα, Χουχλιά κ.α.
Πληθυσμοί το 1914 % Προέλευση
1. Έλληνες 390.000 24,00
2. Γιουρούκοι 600.000 36,81 Βιθυνοί, Μυσοί
3. Τούρκοι 306.000 18,77 Σελτζούκοι & Οθωμανοί
4. Κιρκάσιοι 108.000 6,60
5. Αρμένηδες 89.000 5,46
6. Πομάκοι 50.000 3,07 Ελληνοθρακιώτες εξισλαμισμένοι
7. Βόσνιοι 40.000 2,45
8. Τάταροι 30.000 1,84
9. Διάφοροι 17.000 1,00 Σερβίσηδες, Εβραίοι, Ατσίγγανοι, Ξένοι
Σύνολο 1.630.000 100
Ο νομός της Προύσας είναι η χώρα της Μυσίας, το μεγαλύτερο μέρος της Βιθυνίας  και ένα τμήμα της Φρυγίας, με τους ντόπιους ελληνικούς πληθυσμούς τους, που κατοικούσαν εκεί από τα προχριστιανικά χρόνια. Είναι από τις πιο εύφορες και πλούσιες περιοχές της Μικράς Ασίας, χάρη στα πολλά ποτάμια και τις λίμνες της. Σύμφωνα με την παράδοση, η πρωτεύουσα του νομού Προύσα, χτίστηκε και πήρε το όνομα της από το βασιλιά της Βιθυνίας Προυσία Α΄, γύρω στο 185 π.Χ. Ήταν η τρίτη πόλη της χώρας, μετά τη Νικομήδεια και τη Νίκαια.
Κατά τα πρώιμα χρόνια, 2000-1000 π.Χ., η ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας κατοικήθηκε αρχικά κατά την 2η χιλιετία π.Χ. από τους Χεταίους, οι οποίοι στην συνέχεια εκτοπίσθηκαν κατά τον 12ο αι. π.Χ. από τους Φρύγες και τους Μυσούς, ινδοευρωπαικές φυλές, που πέρασαν από την Ευρώπη προς την Μ. Ασία. Κατά τον 10ο αι. π.Χ. ένας άλλος λαός, οι Βιθυνοί, θρακική καταγωγής επικράτησαν στην περιοχή μέχρι τον αποικισμό από τους Μιλήσιους. Κατά την περίοδο αυτή, κτίστηκαν στα παράλια του Βοσπόρου πόλεις σπουδαιότατες, όπως η Κίος, Χαλκηδών, Κύζικος, Ηράκλεια και Αστακός (αργότερα Νικομήδεια).
Από στοιχεία της Βικπαίδειας μέσω Internet: «Η αποίκιση της Κίου από τους Μιλήσιους (625 π.Χ. –553 π.Χ.) είχε συμβάλει στην πρόοδο και την ανάπτυξη της και διακρίθηκε κυρίως για το εμπόριο από τα παράλια προς την ενδοχώρα. Κατά το έτος 553 π.Χ. όλοι οι λαοί της Μ. Ασίας υποτάχθηκαν στους εμφανισθέντες Ληδούς και αργότερα στους Πέρσες.
Ευτυχώς οι νέοι κατακτητές παρείχαν στους κατοίκους ελευθερία και αυτονομία με μόνη υποχρέωση την καταβολή φόρων. Έτσι συνέχισαν να ευδαιμονούν μέχρι την απελευθέρωση τους από τους Αθηναίους το 459 π.Χ.  Ο Αθηναίος στρατηγός Κίμων νίκησε στην Κύπρο τον περσικό στόλο και απομάκρυνε για πολύ τον κίνδυνο των Περσών, τόσο από τη ξηρά όσο και την θάλασσα. Από το έτος 466 π.Χ. η Κίος με πολλές άλλες πόλεις της Μ. Ασίας συμμετείχαν στην συμμαχία της Δήλου. Ακόμη η Κίος συμμετείχε και στην Ιωνική επανάσταση. Μετά την ήττα των Αθηναίων στην Σικελία, οι Πέρσες επανέρχονται καταλαμβάνοντας και την Κίο το έτος 412 π.Χ. μέχρι το 334 π.Χ., οπότε και απελευθερώνονται από τον Μ. Αλέξανδρο.
Οι πόλεις της Μ. Ασίας, κατά την διάρκεια των διαφόρων κατοχών, ιδιαίτερα της περσικής, με τις συνεχείς εξεγέρσεις και αντιδράσεις κατάφερναν να εξασφαλίζουν καθεστώτα αυτονομίας και δεν εμποδίστηκαν να αναπτυχθούν και να διακριθούν. Από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και μετά οι πόλεις ανέρχονται στον Κολοφώντα της δόξας, προόδου και ανάπτυξης σε όλους τους τομείς, (το 330 π.Χ. κόβονται τα πρώτα χρυσά νομίσματα της Κίου). Το εμπόριο αναπτύχθηκε μέχρι την Αίγυπτο και την χώρα των Φοινίκων, όπου και βρέθηκαν τα χρυσά νομίσματα της Κίου. Η Κίος συμμετείχε ακόμη και στην Αιτωλική συμπολιτεία. Οι έριδες όμως, οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, οδήγησαν την Κίο και άλλες ελληνικές πόλεις σε διαδοχικές καταστροφές.
Σπουδαιότατη βέβαια ήταν η εκ βάθρων καταστροφή της από τον βασιλιά Προυσία τον Α΄ της Βιθυνίας, με την βοήθεια του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας. Οι κάτοικοι εσφάγησαν, εκδιώχθηκαν ή εκρατήθηκαν δούλοι και νέα πόλη κτίστηκε με άλλο όνομα «Προυσιάδα η παραθαλάσσια». Η καταστροφή αυτή της Κίου ξεσήκωσε διαμαρτυρίες πλήθους ελληνικών πόλεων, ιδίως των Ροδίων. Το θέμα έγινε γνωστό μέχρι την Ρωμαϊκή Σύγκλητο, που δυστυχώς είχαν αρχίσει να ζητούν σε βοήθεια και μεσολάβηση οι διάφορες ελληνικές πόλεις.
Οι Ρόδιοι και ο Άτταλος Α΄, ζητώντας τη βοήθεια των Ρωμαίων, αποφάσισαν μοιραία υπέρ της δικής των καταστροφής και ολοκλήρου της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι δράττοντας την ευκαιρία αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο τον Ε΄ στην μάχη της πόλης Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας (197 π.Χ., β΄ Μακεδονικός πόλεμος) όπου και νικήθηκε και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει κάθε επιβουλή και διεκδίκηση συμφερόντων στις πόλεις του Βοσπόρου. Γρήγορα πετυχαίνοντας τα σχέδια τους οι Ρωμαίοι, κατά το έτος 74 π.Χ., μετά τον θάνατο του βασιλιά Νικομήδη Γ΄, με διαθήκη κληρονόμησαν και κατέλαβαν όλη την Βιθυνία.
Οι Έλληνες υποταγμένοι στους Ρωμαίους έτυχαν καθεστώτος αυτονόμου πολιτείας με εποπτεία Ρωμαίο υπάτου. Διατήρησαν τον ελληνικό χαρακτήρα, τις τέχνες και τα γράμματα (όπως η Κύζικος και η Απάμεια). Η περιοχή της Κίου έγινε η πιο αγαπητή για τον παραθερισμό των Ρωμαίων αρχόντων. Επιφανείς φιλόσοφοι της, όπως ο Ασκληπιάδης και ο Φλάβιος Άρχιππος, με κάθε τρόπο κατόρθωναν να εξασφαλίζουν προνόμια υπέρ της Κίου και να αποκαταστήσουν το όνομα της από Προυσία σε Κίο». 
Από  τις αρχές του β΄ αι. (112 μ.Χ.) ο Χριστιανισμός γνώρισε τόση μεγάλη διάδοση στην περιοχή της Βιθυνίας (την οποία επισκέφθηκε και ο Απόστολος Πέτρος), ώστε ο Ρωμαίος διοικητής Πλίνιος ζήτησε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό οδηγίες για την αντιμετώπιση των άπειρων χριστιανών. Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Κίος αποκτά Αρχιεπισκοπή με αρχιεπίσκοπο τον Κύριλλο που συμμετέχει στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου.
Το 330 μ.Χ. η πόλη του Βυζαντίου, αρχικά με το όνομα Νέα Ρώμη και αργότερα με την επωνυμία Κωνσταντινούπολη, γίνεται Πρωτεύουσα του Ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Κων/πολη  για ένδεκα ολόκληρους αιώνες ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά, στρατιωτικά και πολιτιστικά κέντρα της Ανατολής, γεγονός που εξηγεί την φήμη της ως «Βασιλίδος των πόλεων».
Όταν οι Άραβες και οι διάδοχοι τους, οι Τούρκοι, διεκδίκησαν επίμονα την Ανατολία και τελικά τα κατάφεραν, οι Αραβικές επιδρομές από το 672 έως το 717 απωθήθηκαν από την Κων/πολη και η περιοχή έμεινε «θέμα» υπό Βυζαντινή διακυβέρνηση, αν και το χριστιανικό κράτος της Αρμενίας υπέφερε τα πάνδεινα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές.
Όταν η Προύσα το 73 π.Χ. πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων, δεν έχασε την αυτονομία της.  Η Βυζαντινή εποχή της Προύσας αρχίζει τις ίδιες περίπου ώρες που η Α΄ Οικουμενική Σύνοδοςτης Νίκαιας (325) έβαλε το θεμέλιο της Ορθοδοξίας με τη σύνταξη του «Συμβόλου της Πίστεως» της. Το «Πιστεύω εις έναν Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα» ακούγεται για πρώτη φορά στη βυζαντινή διοικητική περιφέρεια της Προύσας και φέρνει τη θεία ευλογία στη διαλεχτή αυτή περιοχή της Αυτοκρατορίας – μια ευλογία που θα κρατήσει 600 ολόκληρα χρόνια.
Μέχρι τον 9ο αι. η Προύσα και ο νομός της θα είναι μια ήρεμη κι ευτυχισμένη περιοχή, θα γνωρίσει μεγαλεία και μέρες λαμπρές χάρη στα ξακουστά λουτρά της, δέχεται βασιλικές επισκέψεις. Ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, ο Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄ ο Παλαιολόγος, ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο Βασίλειος ο Μακεδόνας και άλλοι βασιλιάδες τίμησαν με τη παρουσία τους τη λουτρόπολη και τη στόλισαν απλόχερα με λαμπρά οικοδομήματα, εκκλησίες και μοναστήρια.
Στην αρχή του 3ου αι. η Προύσα είχε τον πρώτο της Επίσκοπο και ο τίτλος του ήταν «Προύσης ήτοι Θεουπόλεως». Μετά τον Πατρίκιο – μάρτυρα και άγιο – 52 ακόμα διαλεχτοί και φωτισμένοι ιεράρχες θα διακονήσουν τον επισκοπικό θρόνο της Προύσας και ανάμεσα τους πέντε θα αξιωθούν να ανεβούν στον Πατριαρχικό θρόνο της Βασιλεύουσας. Ο Χριστιανισμός είχε διαδοθεί στην Προύσα και τις άλλες μεγάλες πόλεις της (Νίκαια, Νικομήδεια, Κερμαστή, Πάνορμο κ.α.) πολύ νωρίς, χάρη στους Αποστόλους Πέτρο και Ανδρέα.
Όλο το 10ο αι. οι Άραβες και τον 11ο οι νομάδες Σελτζούκοι Τούρκοι κάνουν αμέτρητες επιδρομές σ’ ολόκληρο το θέμα της Προύσας. Σφαγές, λεηλασίες και φωτιά έγιναν για πάνω από 200 χρόνια το καθημερινό μαρτύριο του πληθυσμού. Μέσα στον 11ο αι. έρχεται και η σειρά των Χριστιανών της Δύσης να σκλαβώσουν και να ληστέψουν τους ομόθρησκους Προυσιανούς. Οι Ευρωπαίοι της Α΄ Σταυροφορίας απλώνουν τη «Θεούπολη», αλλά γρήγορα ο Αλέξιος Α΄ ο κομνηνός θα την ελευθερώσει πάλι.
Ωστόσο, φαίνεται πως έρχεται η ώρα που η ιστορία της Μικρασιατικής Ελλάδας θα σταματήσει και ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς θα κοιμηθεί τον πολύχρονο ύπνο του. Αρχίζουν  ξανά οι επιδρομές των τούρκων και το 1325 ο Οσμάν και οι βάρβαροι νομάδες πολιορκούν την Προύσα. Ο ίδιος πεθαίνει αλλά ο γιος του Ορχάν κυριεύει την Προύσα και το τότε βυζαντινό καμάρι και στολίδι γίνεται η πρωτεύουσα των Οθωμανών και του νεοσύστατου κράτους τους.
Το πολύχρωμο μωσαϊκό που αποτελούσε η εικόνα του πληθυσμού της Προύσας στην Τουρκοκρατία και μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή, δε στάθηκε ικανό να κάνει λιγότερο φανερή ή να βλάψει την ελληνική παρουσία και υπεροχή. Στα δε ζητήματα τοπικής αυτοδιοίκησης, την εξουσία είχε το συμβούλιο των Δημογερόντων (5-7 πρόκριτοι). Η τραγωδία του 1922 βρήκε την Προύσα να έχει στο νομό της 65 συνολικά δήμους, όλους με τα πατροπαράδοτα ιστορικά του ονόματα και με την κυρίαρχη παρουσία του ελληνοχριστιανικού στοιχείου. Εξαίρεση αποτελούσαν μόνο τα αμέτρητα τζαμιά που οι Τούρκοι φρόντισαν να χτίσουν παντού.
Τα ελληνικά σχολεία της Προύσας, αρχικά ήταν απλά γραμματοδιδασκαλεία, αλλά μέχρι το 1922 είχαν εξελιχτεί. Η καταστροφή βρήκε την πόλη με πλήθος από δημοτικά σχολεία, αλληλοδιδακτικές σχολές, νηπιαγωγεία, παρθεναγωγείο και την «Κεντρική Ελληνική Σχολή». Η περιφέρεια του νομού Προύσας είχε συνολικά 33 σχολεία με ορθόδοξο πληθυσμό 79 εκπαιδευτικούς, 29 ιερείς και 3.428 μαθητές.
Άλλες πόλεις στη Γενική Διοίκηση (Βιλαέτι) Προύσας ήταν: Μουδανιά, Σιγή, Τρίγλεια, Νεοχώρι, Σκαμιές, Πάνορμος, Αρτάκη, Κυρά, Απηγανούσα, Κίος, Ελεονόπολη,  Νίκαια, Μιλητούπολη, Κρεμαστή, Αδριάνεια, Αδραμμύτιο, Κυδωνιές, Αϊβαλί, Κιούπλια, Σιντιργί, Άρτεμη Θερμαία, Περιχάραξη, Λαγκάδα, Καζακλάρ, Αυρηλιανή, Ουσάκ, Τεμενοθύρες, Δορύλαιο, Κάδοι, Σιναός, Πολύβοτο, Λεύκες κ.α.

 

11. Ανεξάρτητη Διοίκηση
(ΣΑΝΤΖΑΚΙ – ΜΟΥΤΕΣΑΡΙΦΛΙΚΙ) ΒΙΓΑΣ (ΔΑΡΔΑΝΕΛΛΙΩΝ)


Οι 5 Διοικήσεις (Καζάδες)
1. Υποδιοίκηση Δαρδανελλίων  (Καλέ – Ι – Σουλτανιέ)
2. Υποδιοίκηση Βίγας   (Πηγής ή Πηγών)
3. Υποδιοίκηση Λαμψάκου  (Λάμψακι)
4. Υποδιοίκηση Εζινέ
5. Υποδιοίκηση Αϊβατζίκ
Πόλεις και χωριά: Ρέγκιοϊ, Μπαϊραμιτς, Άσσος, Άβυδος, Δάρανος, Ίλιος, Νεάνδρεια, Αλεξάνδρεια, Ακσάζ, Ιντζέκιοϊ, Μεγάλο Καρβουνοχώρι (Τσατάλτεπε), Μικρό Καρβουνοχώρι κ.α.

 

12. Γενική Διοίκηση  (Βιλαέτι) Άγκυρας (Παλιά Καππαδοκία)


Οι 2 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Καισαρείας    (Καισερί)
2. Μιθριδατίου, Κονιάσπων (Γουζγάτ)
3. Αγκύρας   (Άγκαρα)
4. Μωκισσού   (Κιρ Σεχίρ)
Υποδιοικήσεις (Καζάδες) κατά Διοίκηση
1. Καισαρείας 2.Μιθριδατίου 3. Αγκύρας 4. Μωκισσού
Καισαρείας (Καϊσερί) Μιθριδατίου Αγκύρας
(Άγκαρα) Μωκισσού
(Κιρ Σεχίρ)
Σωκαίνης
(Ιντζέ Σου) (Υοσγάτης) Πασσαλορυγχίο υ Βηνάσων
(Αβανός)
Καμουλιανών (Δεβελού) Πιμωλίσσης, Ιβώρων (Τσορούμ) (Τσιμπούκ αμπάτ) Κιρκισσού
(Κεσκίν)
Πτερίου, Ιερακίου (Σογκιουρλού) Μείζου
(Αγιάς) Ναριάνδων
(Μετζηδιέ)
Αργυρίων
(Ακ νταγ Μαντέν) Λαγανίας
(Μπέη παζάρ)
Αργουστάνων (Μπογάζ Λεγιάν) Γορδίου
(Ναλή Χαν)
  Πεσσινούντος
(Σιβρί-Χισάρ)
  Ορκιστού (Μουχαλιτζίκ)
  Αξύλου
(Χαϊμάνα)
  Λωτίνου
(Γιαμπάν Αμπάτ)
  Ναλβάδου
(Κασαμπά Μπαλά)
  Κρινουπόλεως
(Ζιρέ)
  Καλούμνης (Καλατζίκ)
Πληθυσμός το 1914 %
1. Έλληνες 107.798 12,33
2. Γαλλογραικοί 150.000 17,16
3. Τούρκοι 129.732 14,83
4. Αφσάροι (Ίσαυροι, Καππαδόκες) 100.000 11,43
5. Τροκμηνοί 100.000 11,43
6. Αρμένηδες 94.200 10,77
7. Γιουρούκοι 85.000 9,72
8. Ερυθίνοι (Κιζίλ Μπας) 55.000 6,29
9. Δερβίσηδες 49.500 5,66
10. Αθίγγανοι 2.424 0,28
11. Εβραίοι, Ξένοι 878 0,10
Σύνολο 874.532 100
Άλλες πόλεις και χωριά:
Φάρασα, Κερμίρα, Τροχός, Σινασός, Μουταλάσκη, Ιστανός, Μπογιαλίκ, Ντενέκ Μαντέν, Χατζή Μπεκτάζ, Ζινζίντερε κ.α.
Ο σημερινός νομός της Άγκυρας έχει μικρότερη έκταση από τη Γεβιλή Διοίκηση (βιλαέτι) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού ολόκληρες διοικήσεις του αποσπάσθηκαν και έγιναν νομοί μετά το 1923. Το παλιό μεγάλο βιλαέτι είχε 83.000 τ.χλμ, που από αυτά τα 53.000 ήταν περιοχές καλλιεργήσιμες, τα 25.000 βουνά και βοσκοτόπια και τα 5.000 τα σκέπαζαν δάση. Το ψηλότερο βουνό της είναι ο Αργαίος και τα δυο μεγάλα ποτάμια της περιοχής ο Σαγγάριος και ο Άλυς με μικρότερο τον Ίρη.
Ο πρώτος – εξακριβωμένος ιστορικά – βασιλιάς της Άγκυρας ήταν ο Κροίσος, ο ηγεμόνας της Λυδίας. Στη συνέχεια κατακτήθηκε η περιοχή από τον Κύρο των Περσών και έμεινε για δυο περίπου αιώνες κάτω από Περσική κυριαρχία, χωρίς όμως να χάσει τίποτα από την ελληνική φυσιογνωμία της. έτσι, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος θα φτάσει εκεί και θα την ελευθερώσει, τον υποδέχεται ένας γνήσιος ελληνικός πληθυσμός, που πανηγυρίζει για τη νικηφόρα μικρασιατική εκστρατεία του μεγάλου Μακεδόνα και του δηλώνει ότι ολόκληρος ο Ελληνισμός της περιοχής είναι στο πλευρό του.
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, οι βασιλιάδες της Βιθυνίας και της Συρίας βρήκαν την ευκαιρία να μοιράσουν τα εδάφη της Παφλαγονίας και της Φρυγίας, κατάσταση που θα κρατήσει για μισό περίπου αιώνα. Γύρω στα 277 π.Χ. ο βασιλιάς της Βιθυνίας Νικομήδης ο Α΄, έχοντας προβλήματα με τους βασιλείς της Περγάμου, αρχίζει να φοβάται τους νέους συμμάχους, τους Ρωμαίους και προβλέπει τις κυριαρχικές φιλοδοξίες της Ρώμης σχετικά με ολόκληρη τη Μικρασία.
Είναι η εποχή που οι Γαλάτες, πολεμική φυλή της κεντρικής Ευρώπης, έχουν κατέβει στα Βαλκάνια αναζητώντας καινούριες χώρες για κατάκτηση. Ένας πολυάριθμος Γαλατικός στρατός βρίσκεται προσωρινά στρατοπεδευμένος κοντά στην Προποντίδα, στην Ευρωπαϊκή της ακτή. Ο Νικομήδης καλεί τους Γαλάτες να τον βοηθήσουν κι αυτοί θα στείλουν 20.000 από τους καλύτερους πολεμιστές τους. Ο Νικομήδης τους παραχωρεί για εγκατάσταση μεγάλες και γόνιμες περιοχές της νότιας Φρυγίας, αλλά οι ντόπιοι θα εξεγερθούν εναντίον τους και ο βασιλιάς της Περγάμου, ο Άταλος, βρίσκει τη στιγμή κατάλληλη για να εξουδετερώσει τους συμμάχους του Νικομήδη. Με τη βοήθεια των κατοίκων της Φρυγίας και της Βιθυνίας που συμμαχούν μαζί του κατά των ξενόφερτων «βαρβάρων» θα τους υποτάξει και θα τους υποχρεώσει να περάσουν τον Σαγγάριο και να περιοριστούν σε μικρή περιοχή της Φρυγίας.
Οι σκληροί πόλεμοι που ξέσπασαν μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου  ανάμεσα στους διαδόχους του συνεχίστηκαν και στον 3ο αι. π.Χ., δημιουργώντας τη γνωστή ιστορική ρευστότητα στη Μικρασία και προκαλώντας συνεχόμενες μεταβολές στον πολιτικό χάρτη της. έτσι, η αποφασιστική μάχη της Μαγνησίας, που άναψε το πράσινο φως για τη Ρωμαϊκή κυριαρχία όλης της ευρύτερης περιοχής, φέρνει την Άγκυρα στην αγκαλιά της νέας δύναμης, της Ρώμης.
Αργότερα, ο Πομπήιος, μετά τη νίκη του εναντίον του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη και την οριστική κατάκτηση της περιοχής, φέρνει στο προσκήνιο τους ξεχασμένους Γαλάτες που ζουν στη Φρυγία εδώ και δυο σχεδόν αιώνες και έχουν αρχίσει από πολλά χρόνια την επιμειξία τους με τους ντόπιους Έλληνες. Ένας ηγεμόνας των Γαλατών, ο Δηιότορος, ονομάζεται βασιλιάς της περιοχής που παίρνει επίσημα το όνομα «Γαλατία» και γίνεται ουσιαστικά Ρωμαϊκή επαρχία χάρη στο ενδιαφέρον του αυτοκράτορα της Ρώμης Αυγούστου.
Με κυρίαρχους τους Ρωμαίους και κυβερνημένη από τους Γαλάτες ηγεμόνες, η χώρα θα γνωρίσει μέρες ειρήνης και οικονομικής άνθησης. Ακόμα, η ειρηνική και πλούσια εκείνη εποχή θα συμπέσει με τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και η νέα θρησκεία θα βρει πρόσφορο έδαφος. Χάρη στην παρουσία του Παύλου και τον αγώνα των μαθητών του θα δημιουργηθεί πολυάριθμο χριστιανικό πλήρωμα και η Εκκλησία της Γαλάτειας στερεώνεται από τις πρώτες. Είναι γνωστές, εξάλλου, οι δυο «Επιστολές προς Γαλάτες» του απ. Παύλου.
Οι τρεις πρώτοι Χριστιανικοί αγώνες είναι ίσως η πιο σημαντική εποχή στην ιστορία της Μ. Ασίας και καθόρισαν αποφασιστικά τα επόμενα χίλια χρόνια της. Την πόλη Μάζακα (πόλη του φεγγαριού), πρωτεύουσα της Καππαδοκίας, ο αυτοκράτορας Τιβέριος θα ονομάσει Καισάρεια και σ’ αυτή θα γεννηθεί ο Άγιος Βασίλειος, μέγας Ιεράρχης της Ορθοδοξίας, σοφός και φιλάνθρωπος ευεργέτης του λαού. Η Άγκυρα και η Καισάρεια εξελίχθηκαν σε σπουδαία «περάσματα» και εμπορικά κέντρα και θα διατηρηθούν ελεύθερες αργότερα στις επιδρομές των Περσών και των Αράβων προστατευόμενες από τη βασιλεύουσα.
Τον 11ο αι. οι Σελτζούκοι Τούρκοι αλώνουν την Άγκυρα και την κάνουν επαρχία τους για 450 περίπου χρόνια, με συνεχιζόμενες επιδρομές, συνοδευόμενες με σφαγές και καταστροφές, ταυτόχρονα, βαρβάρων. Χειρότεροι από όλους τους επιδρομείς που πάτησαν τη γη της ήταν οι Μογγόλοι, οι οποίοι με πολέμαρχο τον τρομερό Ταμερλάνο κατάσφαξαν και ερήμωσαν την ύπαιθρο εξοντώνοντας και τον τουρκικό στρατό στη Μάχη της Άγκυρας (1402). Ο ίδιος ο σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Α΄ πιάστηκε και πέθανε αιχμάλωτος από τους Μογγόλους.
Από το 1515 και μετά η περιοχή της Άγκυρας είμαι μια αγροτική επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενταγμένη στη διοικητική διαίρεση που οι Οθωμανοί κράτησαν σχεδόν  ίδια με του Βυζαντίου. Έτσι, το «Θέμα της Άγκυρας» ή «των Βουκελλαρίων» έγινε ο πυρήνας της Γενικής Διοίκησης (βιλαέτι)  Άγκυρας και τα αποτελέσει τα ¾ της περιοχής της, ενώ θα συμπληρωθεί και με επαρχίες της Βιθυνίας και του Πόντου. Η πόλη της Άγκυρας εξελίχτηκε σε κτηνοτροφικό και εμπορικό κέντρο με ήρεμη και ειρηνική ζωή και αξιόλογη οικονομική πρόοδο, χωρίς να πάψει ποτέ να είναι μια τυπική επαρχιακή πόλη του εσωτερικού της Μικρασίας. Όλα αυτά μέχρι το 1923, που ο Μουσταφά Κεμάλ θα υποχρεώσει του τελευταίους Έλληνες να την εγκαταλείψουν και θα τη βγάλει από την αφάνεια για να την ορίσει πρωτεύουσα του νεοτουρκικού κράτους, ίσως για να βρίσκεται η πρωτεύουσα κοντά στα σύνορα ή ίσως για να πάψει η ανθρωπότητα να θυμάται την Κων/πολη και την ιστορία.

 

13. Γενική Διοίκηση  (Βιλαέτι) Σεβάστειας


Οι 4 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Σεβαστείας, Μεγαλοπόλεως (Σιβάς)
2. Δαζιμώνος, Ευδοξιάδος (Τοκάτ)
3. Κολωνείας, Νικοπόλεως Μαυροκάστρου (Καρά Χισάρ Σαρκί)
4. Αμασείας   (Αμάσια)
Υποδιοικήσεις (Καζάδες) κατά Διοίκηση
1. Σεβαστείας, Μεγαλοπόλεως 2. Δαζιμώνος, Ευδοξιάδος 3. Κολωνείας, Νικοπόλεως Μαυροκάστρου 4. Αμασείας
Σεβαστείας (Σιβάς), Μεγαλοπόλεως Ευδοξιάδος Κολωνείας, Ταξάρων, Μαυροκάστρου (Καρά Χισάρ) Αμασείας
Μεγαλασσού (Κοστκιρί) Καβείρων, Νεοκαισαρείας (Νικσάρ) Αννιάκων
(Κοϊλά Χισάρ) Ευχαϊτων
(Μετζίτ Ουζού)
Τεφρίκης (Δεβριτζί) Ορβανάσων (Ερμπαά) Μελανθίου (Μελέντ) Βαβανόμου
(Χατζή Μπαμπά)
Τονόσων (Τουνούς) Ζήλων Δαστείρων, Νικοπόλεως
(Σου Σεϊρί) Φαζημώνος (Μερζεφούν)
Αριαραθείας (Αζιζιέ)  Υψηλών Ερυθίνων (Αλουτζερά) Λαοδικείας (Λαδίκ)
Γαρνάκης (Γκιουρούν)   Θερμών Φαζημωνιτών (Χάβζα)
Δαλάνδων (Δαρενδέ)   Πιμωλίσων (Οσμαντζίκ)
Καρανίτιδος (Χαφίκ)   Ανδράπων, Νεοκλαυδιουπόλεως (Βεζίρ Κιοπρού)
Σιάρων ή Σαγυλίου (Γιλδίζ)  
Πληθυσμός το 1914 %
1. Έλληνες 180.000 17,01
2. Κόλχοι 60.000 5,68
3. Κιρκάσιοι και Απαίτες, Αβασγοί 129.732 14,83
4. Αφσάροι (Ίσαυροι, Καππαδόκες) 70.000 6,62
5. Ερυθίνοι 279.834 26,47
6. Γιουρούκοι 86.000 8,13
7. Αφσάροι 25.000 2,36
8. Κόπτες 400 0,04
9. Αρμένιοι 170.433 16,12
10. Ιουδαίοι 400 0,04
11. Τουρκομάνοι 15.000 1,42
12. Τούρκοι και Οθωμανοί 150.433 14,22
13. Τάταροι 20.000 1,89
Σύνολο 1.057.500 100

Άλλες πόλεις και χωριά:
Ζάρα, Κοτς Χισάρ, Γενί Χαν, Έντερεζ, Μεσουντιέ, Γκιουμούς, Χατζίκιοϊ, γρηγόρης (Κίρκορος) κ.α.
Η περιοχή της Σεβάστειας, καθώς κι αυτή της Αμάσειας, ανήκουν στον μεγάλο Ελληνικό Πόντο. Οι πρώτοι τους κάτοικοι ήταν πρωτοέλληνες που ήρθαν από την Κολχίδα. Οι Μιγγρελοί Κόλχοι, που ζούσαν στα «βιλαέτια» της Σεβάστειας, της Τραπεζούντας και της Κασταμονής, ανήκουν στον Ελληνοφρυγικό κλάδο της Άριας φυλής. Οι περισσότεροι από τους Κόλχους (60.000 ψυχές) ζούσαν στη Γεν. Διοίκηση της Σεβάστειας και διατηρούσαν ακόμα τα πρωτοελληνικά τους χαρακτηριστικά, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής, καθώς και το ίδιο τους το όνομα.
Το πρώτο όνομα της Σεβάστειας ήταν Κάβειρα ακόμα μια απόδειξη της πρωτοελληνικής προέλευσης των ιδρυτών και πρώτων κατοίκων τους. Ο Στράβωνας, γεννημένος στην πόλη της Αμάσειας, μας πληροφορεί ότι στα αρχαία Κάβειρα υπήρχε ναός αφιερωμένος στο θεό Λίνο.
Στα αρχαία Κάβειρα πρώτος θα δώσει καινούριο όνομα ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος. Τα ονόμασε Διόσπολη, προς τιμή του Δία και με το όνομα αυτό θα εξελιχτούν σε μία από τις πιο σπουδαίες πόλεις του Πόντου στην εποχή της ρωμαϊκής κατάκτησης. Αργότερα, ο Μάρκος Αντώνιος χάρισε τη Διόσπολη στο γιο του Φαρνάκου και τελικά ο βασιλιάς της Πομέμωνας την αφήνει με τη διαθήκη του στη χήρα του Πυθοδωρίδα. Αυτή, θα δώσει καινούριο όνομα στην πόλη. Την ονόμασε Σεβαστή, προς τιμή του Καίσαρα Αυγούστου, που τον αποκαλούσαν Σεβαστό. Ο γιος της Πολέμωνας ο Β΄ θα την ξεπεράσει σε φιλορωμαϊκά αισθήματα και μόλις πάρει το θρόνο της, θα τη χαρίσει στο Νέρωνα.
Η άλλη σημαντική πόλη του Πόντου, που το Οθωμανικό κράτος θα συμπεριλάβει στο «βιλαέτι» της Σεβάστειας πολύ αργότερα, ήταν η Αμάσεια, πατρίδα του ιστορικού και γεωγράφου Στράβωνα (65 π.Χ. – 23 μ.Χ., η οποία ανήκε κι αυτή στο βασίλειο των Μιθριδατιδών του Πόντου και είχε παράλληλη ιστορική πορεία με την Σεβάστεια.
Στη Σεβάστεια, την Αμάσεια και τις άλλες πόλεις της περιοχής, ο χριστιανισμός διαδόθηκε από τους αποστόλους Ανδρέα και Πέτρο, ενώ και ο απόστολος Θαδαίος πέρασε και δίδαξε στη Σεβάστεια και λέγεται ότι έχτισε ένα παρεκκλήσι του Αρμένιου Μοναστηριού του Τίμιου Σταυρού (Σουρή Νισάν). Υπάρχει στην Αμάσεια ένα σημείο της πόλης που το ονόμαζαν «αποστόλων καθέδρα» και πρέπει – σύμφωνα με την παράδοση – να ήταν ο χώρος στον οποίο κήρυτταν οι απόστολοι.
Οι χριστιανοί γνώρισαν μεγάλους διωγμούς, όπως παντού, για περισσότερο από 3 αιώνες. Στη μικρή λίμνη που υπήρχε στα δυτικά της Σεβάστειας βρήκαν το θάνατο οι άγιοι 40 μάρτυρες της Σεβάστειας στις 9 Μαρτίου 320 ομολογώντας την χριστιανική τους πίστη.  Το 306 μαρτύρησε στην Αμάσεια ο Θεόδωρος ο Τήρων, ο οποίος έγινε προστάτης άγιος και πολιούχος της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Η βυζαντινή εποχή της Σεβάστειας και της περιοχής της κράτησε 5 περίπου αιώνες, που ήταν ειρηνικά και ήρεμα χρόνια αγροτικής ζωής για τον συντηρητικό πληθυσμό της. αργότερα, όμως, η πόλη πέρασε στη «μικρή Αρμενία» και κατόπιν έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων. Η Σεβάστεια γνώρισε μεγάλη άνθηση στα χρόνια του Ιουστινιανού και έφθασε να είναι τότε η δεύτερη σε πληθυσμό πόλη μετά τη Καισάρεια.
Η Αμάσεια είναι επί Βυζαντίου η μητρόπολη του Ελλησπόντου. Τον 6ο αι. θα υποστεί φοβερές καταστροφές από σεισμούς, αλλά ο Ιουστινιανός θα την ανοικοδομήσει. Η παρακμή αρχίζει τον 8ο αι. μετά από αραβική επιδρομή και καινούριες μεγάλες καταστροφές. Στους δυο τελευταίους αιώνες της ελεύθερης ζωής της πριν τους Σελτζούκους, η Αμάσεια έγινε τόπος όπου οι αυτοκράτορες εξόριζαν δημόσιους άντρες και άρχοντες που ήταν δυσάρεστοι στην εξουσία για πολλούς και διάφορους λόγους. Οι Σελτζούκοι μπαίνουν στη Μικρασία τον 11ο αι. και η πορεία της ιστορίας αλλάζει. Αλώνουν τη Σεβάστεια, την Αμάσεια και όλες τις πόλεις και τα χωριά της περιοχής μέχρι που παίρνουν τη θέση τους οι Οσμανλήδες. Το 1400 ο Ταμερλάνος, βασιλιάς των Μογγόλων, λεηλατεί και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα του. Η ύπαιθρος ερημώνεται, εκτός από την Αμάσεια, που άντεξε στην πολιορκία των Μογγόλων χάρη στην καλή της οχύρωση. Το 1842 , επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όταν ήρθε η σειρά της να περάσει στην παρακμή όπως οι άλλες περιοχές γύρω της, την υπεράσπισε αποτελεσματικά και γενναία ο Μουσταφά, γιος του Μωάμεθ του Πορθητή και αποκτά προνομιακή μεταχείριση ενώ ο ελληνικός πληθυσμός της Σεβάστειας γνωρίζει μεγάλες διώξεις.
Το 1916 το Οθωμανικό κράτος έχει αρχίσει τις ανθελληνικές βαρβαρότητες που οδηγούν στον τελικό ξεριζωμό του Ελληνισμού. Άρχισε η βίαιη στρατολόγηση των Ελλήνων στα «τάγματα υποχρεωτικής εργασίας», καθώς και οι εκτοπίσεις που εμπνευστής τους ήταν ο μισέλληνας Γερμανός στρατηγός Φον Σάντερς Λίμαν πασάς. Το 1917 έγινε νέο κύμα εκτοπισμών και χιλιάδες Έλληνες χάθηκαν οριστικά. Το τουρκικό κράτος συν τοις άλλοις επιβάλλει και επιτάξεις μεγάλων χώρων, κατάσχεση γεωργικών προϊόντων και πολλά άλλα εξοντωτικά μέτρα σε βάρος των Ελλήνων αγροτών.
Το 1920 είναι μια χρονιά γεμάτη καταστροφές, αίμα και δάκρυα για τους Έλληνες. Εξαιτίας της νικηφόρας – μέχρι τότε – ελληνικής εκστρατείας στη Μικρασία, το τουρκικό κράτος του Κεμάλ έχει εξαπολύσει τις ληστοσυμμορίες με τους τσέτες, που οι θηριωδίες τους θυμίζουν και ξεπερνούν τους Μογγόλους του Ταμερλάνου. Ο διαβόητος Τοπάλ Οσμάν αλωνίζει την περιοχή της Νικόπολης τρομοκρατώντας, ληστεύοντας και σφάζοντας Έλληνες, ενώ ο Ριφάτ μπέης, «μουτεσαρείφης» (διοικητής) της περιοχής, κάνει διαβήματα προς την κυβέρνηση του Κεμάλ να απομακρύνει τον σφαγέα. Τελικά η κυβέρνηση δίνει εντολή στον Οσμάν να εγκαταλείψει τη Σεβάστεια και εκείνος μπαίνει στο «βιλαέτι» της Άγκυρας δίχως να σταματήσει τη λεηλασία και τους φόνους. Το 1922 οι διώξεις και οι σφαγές θα κορυφωθούν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1923, κανείς Έλληνας δεν θα μείνει στην περιοχή.

 

14. Γενική Διοίκηση  (Βιλαέτι) Κασταμονής (Παφλαγονίας)


Οι 4 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Κασταμονής (Κανστάνπολου)
2. Βιθυνίου (Μπόλι)
3. Γαγγρών (Κάγκαρι)
4. Σινώπης (Σινόπ)

Υποδιοικήσεις (Καζάδες) κατά Διοίκηση (σαντζάκι)
1. Κασταμονής 2. Βιθυνίου 3. Γαγγρών 4. Σινώπης
Κασταμονής (Κοστάνπολου) Βιθυνίου, Κλαυδιουπόλεως (Μπόλι) Γαγγρών (Τσάγγιρι) Σινώπης (Σινόπ)
Ιωνοπόλεως (Ινέμπολου) Παρθενίου (Παρδέν) Ανδράπων (Ισκελίπ) Δομανίτιδος
(Μπόι Αμπάτ)
Αιγιαλού (Ντζίντε) Δαδαστάνων (Ντεβρέκ) Αντωνιουπόλεως (Τσερκέζ κιοϊ) Στεφάνων (Αγιαντζίκ)
Δαδύβρων (Νταντάι) Ηρακλείας (Ερεγλί) 
Σωρών (Αράτς) Δυσών (Δουστσέ) 
Θεοδωρουπόλεως (Σαφράμπολου) Μοδρινής (Μεντρενί) 
Πομπηιουπόλεως (Τας Κιοπρού) Κρατείας (Γκερντέ) 
Θεοδοσιάδος (Τόσια) Δαβλών (Γκιοϊνέκ) 
Άλλες πόλεις και χωριά: Ουσκιούπ, Ταρσαμπάς, Φίλιος, Τσάι Τζουμά, Άμαστρη κ.α.
Πληθυσμός το 1914 %
1. Έλληνες 134.919 14,04
2. Βιθυνοί 200.000 20,82
3. Γιουρούκοι (Παφλαγόνες) 240.500 25,03
4. Σάννοι (Τσάννοι) 123.955 12,90
5. Κόλχοι (Μιγγρελλοί) 100.510 10,46
6. Τούρκοι 112.915 11,75
7. Κιρκάσιοι 40.000 4,17
8. Αρμένιοι & Εβραίοι 3.947 0,41
9. Αθίγγανοι, Κόπτες 3.954 0,42
Σύνολο 960.700 100

Η ιστορία και η ελληνικότητα της Παφλαγονίας έχουν το ξεκίνημα τους στη Μυθολογία. Στην περιοχή του Βοσπόρου ζούσε ο Φινέας, μάντης προικισμένος και ικανός, που αποκάλυπτε στους ανθρώπους τις βουλές του βασιλιά των θεών, του Δία, έτσι που αυτοί να κανονίζουν ανάλογα τη ζωή και τα έργα τους. Ο Δίας θύμωσε με τον Φινέα και τον τύφλωσε για τιμωρία του, όμως εκείνος συνέχισε να ευεργετεί τους ανθρώπους με τη μαντική του τέχνη. Ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετήθηκαν ήταν και οι Αργοναύτες του Ιάσονα που βρήκαν το δρόμο για την Κολχίδα και το «χρυσόμαλλο δέρας».
Τα παράλια της Παφλαγονίας και η εύφορη γη της τράβηξαν το ενδιαφέρον των Ελλήνων της Μιλήτου από τον 8ο αι. π.Χ. Το σίγουρο φυσικό λιμάνι της Σινώπης τους έκανε να τη διαλέξουν για μία από τις πιο σημαντικές τους αποικίες στη Μαύρη θάλασσα. Η παράδοση θέλει τη Σινώπη να δέχεται τον εποικισμό των Κιμμερίων, ενώ η ελληνική μυθολογία μας πληροφορεί ότι την είχαν χτίσει οι Αργοναύτες καθ\ι στη συνέχεια βρήκαν σ’ αυτήν καταφύγιο οι Κιμμέριοι, όταν η χώρα τους δέχτηκε εισβολή από τους Σκύθες. Οι ιδρυτές της Αργοναύτες της έδωσαν το όνομα της Σινώπης, της κόρης του θεού Ασωπού, ίσως για να τον καλοπιάσουν, μια που ήταν ένας θεός των νερών.
Η Σινώπη γνώρισε μεγάλη ακμή σαν αυτόνομη αποικία των Μιλησίων και είναι η αρχαιότερη ελληνική αποικία του Πόντου. Εξελίχτηκε σε σημαντικό λιμάνι και ναυτιλιακό εμπορικό κέντρο. Η Κερασούντα, η Τραπεζούντα, τα Κοτύωρα και άλλες μικρότερες πόλεις ήταν αρχικά αποικίες της ισχυρής και πλούσιας Σινώπης, που τις κυβερνούσε με αρμοστές και τις φορολογούσε με το δικαίωμα της μητρόπολης. Χάρη στη Σινώπη και τις αποικίες της εξελληνίστηκαν όλα τα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας.
Τον 5ο αι. π.Χ. η Σινώπη έγινε ισότιμο μέλος της Αθηναϊκής συμπολιτείας και  ο Περικλής έστειλε 600Αθηναίους να προστεθούν στους κατοίκους της, δίνοντας σ’ αυτούς και τον ανάλογο γεωργικό κλήρο. Ο ιστορικός Ξενοφώντας βεβαιώνει ότι οι κάτοικοι της Σινώπης βοήθησαν τους Έλληνες «Μυρίους» στην επιστροφή τους και μάλιστα τους παραχώρησαν και καράβια για να συντομέψουν το ταξίδι του γυρισμού.
Ο ίδιος ιστορικός μας πληροφορεί ότι η οικονομική και πολιτική ακμή της Σινώπης συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές του 4ου π.Χ. αι., όταν τα παράλια της Παφλαγονίας και η ίδια η πόλη κατακτήθηκαν από τους Πέρσες. Αντίθετα, το εσωτερικό της χώρας γνώρισε νωρίτερα ξένους κατακτητές. Τον 6ο αι π.Χ. οι Λυδοί με τον Κροίσο θα καταλάβουν την πανάρχαια πρωτεύουσα της Παφλαγονίας, τις Γάγγρες, πόλη ιστορική, στον ορεινό νότο, σε απόσταση 40 χλμ. από τη δυτική όχθη του Άλυ ποταμού. 
Αργότερα έρχονται οι Πέρσες του Κύρου, που θα υποτάξουν τους Λυδούς και θα κρατήσουν τη χώρα μέχρι να την ελευθερώσει ο Μ. Αλέξανδρος. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, οι πόλεις της Παφλαγονίας πέρασαν διαδοχικά στα χέρια του Αντίγονου, του Λυσίμαχου και του Σέλευκου διατηρώντας την αυτονομία τους.
Το 183 π.Χ. ο βασιλιάς του Πόντου Φαρνάκης θα καταλάβει τη Σινώπη και θα την ανακηρύξει πρωτεύουσα του βασιλείου του. Εκεί γεννήθηκε γύρω στο 132 π.Χ. ο βασιλιάς του Πόντου ο Μέγας Μιθριδάτης ο ΣΤ΄, που άπλωσε το βασίλειο του σε ολόκληρη την Παφλαγονία, τη Γαλατία, τη Βιθυνία και τα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, δημιουργώντας τον μεγάλο ελληνικό Πόντο που θα κυριαρχήσει στην ιστορική πορεία της Μ. Ασίας.
Το 70 π.Χ. η Σινώπη γίνεται Ρωμαϊκή κτήση, ο χριστιανισμός απλώνεται παντού στην Παφλαγονία χάρη στον απόστολο Ανδρέα (ονομάσθηκε Απόστολος του Πόντου) και οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν κι αυτοί τους ίδιους διωγμούς για την θρησκεία τους με τους άλλους Έλληνες της Μ. Ασίας.
Στους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η Κασταμονή και οι πιο δυτικές περιοχές της αποτελούσαν τη μεγάλη επαρχία της Παφλαγονίας. Στα χρόνια του Ιουστινιανού οι νοτιοδυτικές περιοχές της αποσπάστηκαν και σχημάτισαν το «θέμα των Βουκελλαρίων» της Άγκυρας, ενώ ο Ηράκλειος ονόμασε «θέμα Παφλαγονίας» την υπόλοιπη χώρα μέχρι τα παράλια του Ευξείνου Πόντου.
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι εμφανίστηκαν τον 11ο αι. και απωθήθηκαν από τον Ιωάννη Β΄τον Κομνηνό ο οποίος διέθεσε μεγάλο και ισχυρό στρατό. Τη θέση των Σελτζούκων πήραν οι απόγονοι του Οσμάν και μέσα στο 14ο αι. ο οθωμανικός ζυγός θα απλωθεί σ’ ολόκληρη τη Μικρασία. Ο Παφλαγόνες θα υποστούν πολλά δεινά, περισσότερο άγρια από όσα γνώρισε ο υπόδουλος Μικρασιατικός Ελληνισμός. Η υποχρεωτική Ανταλλαγή των πληθυσμών (1923-24) έφερε στην ευρωπαϊκή Ελλάδα τους πρόσφυγες της Παφλαγονίας, όσοι αξιώθηκαν να ζήσουν τις μεγάλες στιγμές της ελληνικής ιστορίας που έγραψαν οι Κομνηνοί και οι Παλαιολόγοι.

 

15. Γενική Διοίκηση  (Βιλαέτι) Αδάνων


Οι 5 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Διοίκηση Αδάνων
2. Διοίκηση Σελευκείας (Ιτς Ελ)
3. Διοίκηση Καταονίας (Κοζάν)
4. Διοίκηση Ζεφυρίου (Μερσίνης, Μερσίν)
5. Διοίκηση Αμανίδας (Τζεμπέλ  ελ  Μπερεκέτ)

Υποδιοικήσεις (Καζάδες) κατά Διοίκηση (σαντζάκι)
1. Αδάνων 2. Σελευκείας 3. Καταονίας 4. Ζεφυρίου 5. Αμανίδας
Αδάνων Σελεύκειας (Σελέφκε) Καβήσων (Καρς) Ζεφυρίου (Μερσίνης) Πινδενισσού (Οσμανιέ)
Μόψου Κρήνης (Καρά Ισαλού) Ανεμουρίων (Αναμούρ) Μόψου (Σις) Ταρσού (Ταρσός) Λυκανδού (Γιαρπούτ)
Κελενδέριδος (Γκιουλνάρ) Λαμπρού (Φεκέ)  Νικοπόλεως (Ισλαχιέ)
Γερμανικοπόλεως (Ερμενέκ) Πλασταιντίας (Χατσίν)  Καβησσού (Κάβσα)
Νινίκων, Κλαυδιουπόλεως (Μονθ)   Θερμών (Μπουλανίκ)
Αλάκλισε  
Αρκαρασού  
Άλλες πόλεις και χωριά: Καρατάς, Μίσις, Καζαντλί, Τσοράκ, Χασά, Μπαχτσέ, Αγιάς, Παγιάς, Σκιλίτς, Χριστιάνικιοϊ, Ίσκελε, Ουρούμ Τσιφλίκ, Τας Ντζι, Χος Τζα, Κουρούμ ζε, Μπαχτζετζίκ, Κισκησός (Κισκέ), Καλέ, Πέντε Αδέλφια (Μπες Καρντάς), Χριστιάνκιοϊ (Γκιαούρκιοϊ) κ.α.
Πληθυσμός το 1914 %
1. Έλληνες 128.000 30,28
2. Αρμένιοι 87.000 20,58
3. Ανσαρίτες 56.000 13,24
4. Γιουρούκοι (Αφσάροι) 44.000 10,41
5. Τούρκοι 41.011 9,70
6. Κούρδοι 20.000 4,73
7. Αθίγγανοι 16.650 3,94
8. Κιρκάσιοι 13.200 3,13
9. Σύριοι 12.000 2,83
10. Μαρωνίτες 4.539 1,07
11. Ξένοι Διάφοροι 400 0,09
12. Εβραίοι 10 0,00
Σύνολο 422.810 100
Τα Άδανα, το «Θέμα Κιλικίας» των Βυζαντινών στα χρόνια του Οθωμανικού ζυγού και μέχρι την καταστροφή του 1922 κατάφερε να διατηρήσει μια καλή αναλογία ελληνικού πληθυσμού και μια πολύπλευρη, ξεκάθαρη υπεροχή του ελληνικού του στοιχείου.
Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, το χτίσιμο της πανάρχαιας πόλης Άδανα έγινε από δυο γιους του Ουρανό, τον Άδανο και τον Σάρο. Τα παράλια της κατοικήθηκαν από Πελασγούς και Πρωτοέλληνες και είναι αυτή που είδε τον Μακεδόνα στρατηλάτη να συντρίβει κοντά στην πόλη της, την Ισσό, το στρατό του Δαρείου (333 π.Χ.).
Την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του χτίστηκαν κι άλλες πόλεις στην περιοχή, όπως η Σελεύκεια, η Αντιόχεια και η Αλεξανδρέττα. Επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας είχε ανάπτυξη, οικονομική άνθιση και κυριαρχία, χάρη στον σκληρό αγώνα των Ρωμαίων να συντρίψουν την πειρατεία στην περιοχή και να ξεκαθαριστούν τα παράλια από τα κρησφύγετα των πειρατών που λυμαίνονταν στη Ανατολική Μεσόγειο. Το τελικό χτύπημα στην πειρατεία της εποχής έδωσε ο Πομπήιος ο οποίος διέλυσε την πειρατεία των Αλγερίνων, των Μπερμπερίνων και των άλλων ληστών της θάλασσας.
Τη Ρωμαϊκή κυριαρχία διαδέχτηκε η Βυζαντινή αυτοκρατορία η οποία χάρισε στα Άδανα τη συνέχεια της ήρεμης ευημερίας της, χτίζοντας φρούρια και δημόσια κτίρια.  Ο Ιουστινιανός, το 550, χτίζει στο ποτάμι της μια μεγάλη γέφυρα, που ενώνει τα δυο κομμάτια του γόνιμου κάμπου, η αναμνηστική πλάκα της οποίας  θυμίζει την προσφορά του και χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την αγία Τράπεζα της πρώτης ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας που χτίστηκε στα Άδανα.
Οι Άραβες, που ήταν ο κακός δαίμονας της ελληνικής Μικρασίας, ενδιαφέρθηκαν για τα αγαθά και τον πλούτο της Κιλικίας και κατέκτησαν τα Άδανα το 648 εξισλαμίζοντας στη συνέχεια πολύ ελληνικό πληθυσμό. Το 935 οι Βυζαντινοί ελευθερώνουν τα Άδανα από τους Άραβες, όμως το 1079 η πεδιάδα της Κιλικίας και οι πόλεις της αλώνονται από τους Σελτζούκους.
Αργότερα, οι Αρμένιοι, αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν το κράτος τους, θα κατέβουν νότια, θα διώξουν τους Σελτζούκους και θα εγκατασταθούν στην Κιλικία, στο νέο τους βασίλειο, που έμεινε γνωστό σαν «Μικρή Αρμενία». Στον ελληνικό  πληθυσμό της Κιλικίας οι Αρμένιοι φέρθηκαν πολύ καλά και ο βασιλιάς τους Λέων Β΄ έδωσε πολλές μάχες για να κρατήσει μακριά από τα Άδανα τους Άραβες.
Το 1375 όμως, οι Μαμελούκοι κατακτούν την Κιλικία και μοιράζονται τη γόνιμη γη της με τους Τουρκομάνους. Τους Μαμελούκους θα αντικαταστήσουν οι Οσμανλήδες του Σελίμ Α΄ και η Κιλικία θα βρεθεί στα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1836, ο γιος του Μωχάμετ Άλη, ο γνωστός στους Έλληνες Ιμπραήμ θα καταλάβει και θα κατακτήσει την Κιλικία για 5 χρόνια.
Το 1841, μετά τη συνθήκη του Λονδίνου, οι Αιγύπτιοι υποχρεώνονται να την εγκαταλείψουν και τα Άδανα ξαναγυρίζουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν πασαλίκι αρχικά και λίγο αργότερα σαν Γενική Διοίκηση (Βιλαέτι).
Η Κιλικία έζησε για άλλα 80 χρόνια κάτω από το ζυγό των Οθωμανών, μέχρι το 1920. Η λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου βρήκε την υψηλή Πύλη και το Σουλτάνο της στο στρατόπεδο των ηττημένων και η συνθήκη των Σεβρών (1920) φαίνεται πως θα δώσει επιτέλους τη ελευθερία στους λαούς και τις χώρες που κατακτήθηκαν στους τελευταίους 5 αιώνες.
Η άτυχη όμως εκστρατεία των Ελλήνων στη Μικρασία και η ήττα τους από τους Νεότουρκους του Κεμάλ αλλάζουν το πολιτικό σκηνικό. Το Σύμφωνο της Άγκυρας προβλέπει αποχώρηση των Συμμάχων από τα τουρκικά εδάφη και η Συνθήκη των Σεβρών δίνει τη θέση της στη Συνθήκη της Λωζάννης, που το 1923 αφήνει την Κιλικία μέσα στα σύνορα του τουρκικού κράτους και προβλέπει την υποχρεωτική Ανταλλαγή των πληθυσμών.

 

16. Γενική Διοίκηση  (Βιλαέτι) Ικονίου


Οι 5 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Διοίκηση Ικονίου (Κόνια)
2. Διοίκηση Νίγδης (Νίγδε)
3. Διοίκηση Βάριδος, Σπάρτης (Ισπάρτα)
4. Διοίκηση Πολυδωρίου (Πουλτούρ)
5. Διοίκηση Ατταλείας (Ατάλια, Τεκέ)
1. Ικονίου 2. Νίγδης 3. Βάριδος, Σπάρτης 4. Πολυδωρίου 5. Ατταλείας
Ικονίου (Κόνια) Νεαπόλεως (Νεβ σεχίρ) Βάριδος (Ισπάρτα) Πολυδωρίου (Πολδούρ) Ατταλείας (Ατάλια ή Τεκέ)
Φιλομηλίου (Ακ Σεχίρ) Νίγδης (Νίγδε) Απολλωνίας (Ουλού Μπουλού) Θεμισωνίου (Τεφνί) Μυλώμης (Ελμαλί)
Παράλλης (Μπέη Σεχίρ) Οσιάνων (Ουρκιούπ) Σελευκείας (Εγεντίρ)  Καρακησίου (Αλάγια)
Δαλισανδού (Σαγίτ Σεχίρ) Κολωνείας (Ακ Σεράι) Νεαπόλεως (Καραγάτς)  Μαρούλων (Ακ Σεγί)
Τυριαίου (Ιλγίν) Βορησσού (Μπορ) Αντιοχείας (Γιαλοβάτς)  Κασσών (Κας)
Λεοντοπόλεως (Μποζκίρ) Ταυρικής
(Μπουγά Νταγί)  
Λαράνδων (Καραμάν) Αραβισσού (Αρβσούν)  
Λύστρων (Χατίμ)   
Ηράκλειας (Ερεγκλί)   
Ύδης (Καράμπουναρ)   
Παρνασσού (Κοτς χισάρ)   
Άλλες πόλεις και χωριά:Πέρματα, Φοίνικας, Μυστή, Κελίβαρα, Σίλη, Μύρα (Ντέμρε), Πάταρα, Σίδη, Ιλγκίν, Καρβάλη κ.α.
Πληθυσμός το 1919 %
1. Έλληνες 180.000 16,34
2. Κρήτες 5.000 0,46
3. Τούρκοι 200.000 18,14
4. Αφσάροι 110.000 10,00
5. Δερβίσηδες 105.300 9,55
6. Κρυπτοχριστιανοί 340.044 31,00
7. Γιουρούκοι 55.000 5,00
8. Εριθύνοι 50.000 4,54
9. Αθίγγανοι 15.000 1,36
10. Κιρκάσιοι 20.000 1,82
11. Αρμένηδες 9.729 0,88
12. Κούρδοι 10.000 0,91
13. Διάφοροι 1.476 -
Σύνολο 1.101.549 100
Η περιοχή του Ικονίου είναι η αρχαία χώρα της Φρυγίας και η πανάρχαια ιστορία της έχει το ξεκίνημα της στην Ελληνική Μυθολογία. Το ίδιο το όνομα του Ικονίου είναι ελληνικό. Πρόκειται για την ηχητική απόδοση της λέξης «Εικόνα» και αυτή η εικόνα ήταν το τρομερό κεφάλι της Μέδουσας, του μυθικού τέρατος, που είχε τη φωλιά του στη Φρυγία. Ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης, πάτησε πρώτος τα έρημα εδάφη της Φρυγίας, σκότωσε το τέρας και έφερε το κεφάλι του στην Αθηνά, απόδειξη του άθλου του. Η Αθηνά έβαλε το κεφάλι της Μέδουσας πάνω στην ασπίδα της και η τρομερή «εικόνα» έσπερνε τον πανικό στους εχθρούς της. Στη μνήμη εκείνης της εικόνας δόθηκε από τους Έλληνες, που πρώτοι αποίκησαν τη Φρυγία και έχτισαν το Ικόνιο, το όνομα της πόλης.
Πρώτη ιστορική αναφορά του Ικονίου κάνει ο Ξενοφώντας, περιγράφοντας την πολύχρονη περιπλάνηση των Μυρίων στη Μ. Ασία, μιλώντας για το πέρασμα τους απ’ τη Φρυγία και το Ικόνιο που τότε ήταν κάτω από περσική κατοχή που κράτησε από τον 6ο π.Χ. αι μέχρι τα τέλη του 4ου, όταν ο στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου ο Λυσίμαχος βρέθηκε κύριος του Ικονίου μετά το θάνατο του Μακεδόνα στρατηλάτη. Ένα αιώνα αργότερα η ιστορική πόλη είναι στην εξουσία των βασιλιάδων της Περγάμου και ο τελευταίος απ’ αυτούς θα τη  χαρίσει – με τη διαθήκη του – στη μεγάλη δύναμη της εποχής, τη Ρώμη, που στα χρόνια της κυριαρχίας της έκανε το Ικόνιο να εξελιχτεί σε εμπορικό και συγκοινωνιακό κέντρο.
Θα ακολουθήσει η λαμπρή και δοξασμένη εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το Ικόνιο  θα συνεχίσει να ζει μέρες και χρόνια άνθησης, πλούτου και ανάπτυξης. Η επαρχία Λυκαονίας όμως γνωρίζει συχνές αραβικές επιδρομές, που σημαίνουν αρπαγές, αίμα, καταστροφές, ερείπια. Όταν το Ικόνιο θα αλωθεί από τους Σελτζούκους Τούρκους, οι κατακτητές δε θα βρουν σχεδόν τίποτα  από όσα δημιούργησαν η Ρωμαϊκή και Βυζαντινή τέχνη. Οι Σελτζούκοι σουλτάνοι θα χτίσουν πάνω στο λόφο της, το Ιτς Κουλέ, το ανάκτορο τους κι απ’ αυτό θα διαφεντεύουν το σουλτάνο τους, που έκλεισε στα σύνορα του όχι μόνο το Ικόνιο αλλά και την Καισάρεια και τη Σεβάστεια.
Λίγο πριν το Ικόνιο γίνει πρωτεύουσα των Σελτζούκων, ο τρομερός Αλη-Αρσλάν, δεύτερος σουλτάνος τους θα συντρίψει τον βυζαντινό στρατό στο Ματζικέρτ (1071) και θα πιάσει αιχμάλωτο τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη. Ακολουθεί μια χρυσή εποχή που τραβάει το ενδιαφέρον καινούριων επιδρομέων και κατακτητών. Ο 14ος αι. τελειώνει καθώς το Ικόνιο ανήκει τώρα στους απογόνους του Καραμάν, γίνεται επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μια νέα εποχή αρχίζει, που όμως αυτή τη φορά είναι εποχή αργής παρακμής.
Η ιστορική πόλη δεν θα ξαναδεί ποτέ λαμπρές και πλούσιες μέρες σαν αυτές που πέρασαν, όμως η γόνιμη γη της και η καλή θέση της εξακολουθούν να εξασφαλίζουν το ενδιαφέρον των νέων κυρίων της. Οι σουλτάνοι της πόλης δεν παραβλέπουν τη συγκοινωνιακή και στρατηγική της αξία και όλοι τους σχεδόν, αναθέτουν τη στρατιωτική διοίκηση του Ικονίου στους πρωτότοκους γιους τους. 
Ο Χριστιανισμός ρίζωσε στο Ικόνιο από τα πρώτα ακόμα αποστολικά χρόνια χάρη στους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα, οι οποίοι δίδαξαν στην περιοχή, δημιούργησαν πολυάριθμη «εκκλησία» και χειροτόνησαν τους πρώτους ιερείς της. ο Σωσίπατρος, πρώτος Επίσκοπος Ικονίου, ήταν μαθητής του Παύλου. Ο πολιούχος και προστάτης του Ικονίου, ο άγιος Αμφιλόχιος, είναι μία από τις μεγάλες μορφές της χριστιανοσύνης και της ορθοδοξίας.
Όπως ήταν φυσικό, οι κατακτητές που πάτησαν το Ικόνιο, βρήκαν ένα λαό ελληνικό και χριστιανικό στη μεγάλη πλειοψηφία του. Όταν οι Σελτζούκοι και αργότερα η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισαν τον εξισλαμισμό του πληθυσμού, ο συντηρητικός και θρησκευόμενος αγρότης δεν άλλαξε την πίστη του και όπου ο φόβος και η ανάγκη ήταν πιο δυνατά απ’ αυτόν, εκείνος γινόταν κρυπτοχριστιανός. Πρόκειται για τους λεγόμενους «Τουρκοφανείς» πληθυσμούς που έφταναν το 31% των κατοίκων όλης της περιοχής του Ικονίου μέχρι και τον 19ο αι. (Κρυπτοχριστιανοί της Λυδίας, Πισιδίας, Παμφυλίας και Λυκαονίας γύρω στις 340.000 ψυχές).
Μαζί μ’ αυτούς, άλλες 381.000 χιλιάδες άνθρωποι από 12 διαφορετικές φυλές (Γιουρούκοι, Ερυθίνοι, Κούρδοι, Αρμένιοι, Τσιγγάνοι, Σερβίσηδες κ.α.) και οι 180.000 Έλληνες χριστιανοί συμπλήρωναν ένα σύνολο καθόλου φιλικό απέναντι στην τουρκική μειοψηφία που έφτανε μόλις τις 200.000, δηλ. το 18%.
Στα μέσα του 13ου αι. έφτασε στο Ικόνιο μια μεγάλη φυσιογνωμία του Ισλάμ, ο Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί (Μεβλανά Τζελαλεντίν ο Ρωμιός), πρώτος θρησκευτικός αρχηγός των Δερβίσηδων, που ίδρυσε τάγμα και μοναστήρι στο Ικόνιο και οι τάφοι του ίδιου και των διαδόχων του υπάρχουν και σήμερα στο μοναστήρι αυτό, που σώζεται και αποτελεί σημαντικό μνημείο και αξιοθέατο της πόλης.
Οπωσδήποτε οι δυο πρώτοι αιώνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν δύσκολοι και επιζήμιοι για τον χριστιανικό Ελληνισμό του Ικονίου και της Μικρασίας. Είναι γνωστό πως η πολιτική των Τούρκων αποσκοπούσε στην εξαφάνιση του, ωστόσο οι Έλληνες αντιτάχθηκαν σθεναρά, οργανώθηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν την υπεροχή τους. Και το κεφάλαιο του χριστιανισμού δεν έκλεισε με τη Μικρασιατική καταστροφή και την υποχρεωτική Ανταλλαγή των πληθυσμών, επειδή υπάρχουν ακόμη κρυπτοχριστιανοί στην Λυκία, τη Λυκαονία, την Παμφυλία και την Πισιδία.

 

17. Διοίκηση  (Σαντζάκι) Νικομήδειας


Η διοίκηση της Νικομήδειας (316.000 άνθρωποι) βρισκόταν ανατολικά της Κων/πολης και είχε πρωτεύουσα τη Νικομήδεια (Ισμίτ) που βρίσκεται στα νότια παράλια, στο μυχό ενός κόλπου που χαρίζει άριστη φυσική προστασία στο λιμάνι της.
Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στον 8ο π.Χ. αι. με πρώτους αποίκους της τολμηρούς θαλασσοπόρους από την Αθήνα ή τα Μέγαρα. Η Ολβία, όπως λεγόταν τότε η πόλη, αναπτύχθηκε γρήγορα και έγινε μία από τις πιο γνωστές και σημαντικές μικρασιατικές αποικίες του ελληνικού Πόντου, πιο πολύ χάρη στο καλό λιμάνι της.
Ο 4ος αι. π.Χ. τη βρίσκει σε μεγάλη οικονομική άνθιση και με άλλο όνομα, το Αστακός. Στις αρχές του 3ου αι. θα την κατακτήσει ο βασιλιάς της Βιθυνίας Νικομήδης ο Α΄. Την ανακήρυξε πρωτεύουσα του κράτους του και δημιούργησε μια καινούρια πόλη, ακριβώς στη θέση του αρχαίου Αστακού, μετοονομάζοντας την σε Νικομήδεια.
Η νέα πρωτεύουσα της Βιθυνίας έζησε σε άνθιση και μεγάλη εμπορική κίνηση και ανάπτυξη, ενώ το λιμάνι της έγινε ένα από τα πιο γνωστά και πολυσύχναστα του Πόντου.
Στις αρχές του 1ου π.Χ. φτάνουν και στη βόρεια Μικρασία οι ρωμαϊκές λεγεώνες. Η νέα μεγάλη δύναμη είναι αποφασισμένη να υποτάξει και να προσαρτήσει στο άρμα της όλο τον τότε γνωστό κόσμο και ο βασιλιάς της Νικομήδειας, ο Νικομήδης Γ΄ το καταλαβαίνει αυτό έγκαιρα. Προβλέποντας τις εξελίξεις, φρόντισε να απαλλάξει το λαό του και το ίδιο από άσκοπους αγώνες και περιπέτειες. Χάρισε τη Νικομήδεια στο Ρωμαϊκό κράτος με τη διαθήκη του, κάνοντας άμεσους κληρονόμους του ολόκληρη τη Σύγκλητο της Ρώμης.
Η Νικομήδεια ανακηρύχτηκε μητρόπολη και οι Ρωμαίοι την έκαναν πρωτεύουσα και διοικητική έδρα ολόκληρης της επαρχίας Βιθυνίας και Πόντου. Ο πλούτος της προκαλεί μεγάλη και καταστροφική επιδρομή των Γότθων, που προξενούν τεράστιες ζημιές, αλλά οι Ρωμαίοι θα τις αποκαταστήσουν αμέσως και η πόλη θα ξαναβρεί γρήγορα το ρυθμό της ευτυχισμένης ζωής της.
Το πόλισμα του Νικομήδη Α΄ ολοκληρώνει τη ρωμαϊκή του εποχή με την κατάκτηση της αγάπης του Διοκλητιανού που μεταφέρει την έδρα του στη Νικομήδεια και την ονομάζει πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος αποφάσισε να χτίσει την καινούρια πρωτεύουσα της νεαρής Βυζαντινής αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας εκεί και την έδρα του κράτους, η Νικομήδεια εξακολουθούσε να χαίρεται μέρες δόξας και λαμπρότητας, αφού όλοι οι αυτοκράτορες που διαδέχτηκαν τον Κωνσταντίνο, έρχονταν να την επισκεφθούν συχνά και για πολλές μέρες.
Η Νομήδεια ήταν από τις πρώτες πόλεις της Μ.Ασίας που γνώρισαν τον Χριστιανισμό και η νέα θρησκεία εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα ανάμεσα στον κόσμο της. Πρώτος επίσκοπος της ιστορικής πόλης ήταν ο Πρόχορος, ένας από του 7 διακόνους που χειροτόνησαν στα Ιεροσόλυμα οι απόστολοι μαθητές του Ιησού και τέταρτος κατά σειρά ήταν ο άγιος Άνθιμος, που μαρτύρησε στην εποχή των μεγάλων διωγμών του Διοκλητιανού.
Οι Σελτζούκοι έκαναν την εμφάνιση τους στην περιοχή της Νικομήδειας μέσα στον 11ο αι. και η πόλη έπεσε στα χέρια τους το 1073.  Το 1097, χάρη στο ενδιαφέρον των Βυζαντινών αυτοκρατόρων η πόλη θα ελευθερωθεί και θα παραμείνει για 245 χρόνια στην αγκαλιά του Βυζαντίου. Οι Οθωμανοί θα την αλώσουν οριστικά το 1339 και θα αρχίσει το ατέλειωτο σκοτάδι της τουρκοκρατίας με υποβάθμιση, παρακμή και εξαφάνιση της κοινωνικής, πνευματικής και πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνισμού.
Το 1920, στη νικηφόρα φάση της Ελληνικής Μικρασιατικής εκστρατείας, ο στρατός μας απελευθέρωσε για ένα μικρό χρονικό διάστημα την περιοχή της Γεν. Διοίκησης Νικομήδειας και ελληνικές δυνάμεις παρέμειναν στην πόλη της, στο Μεσονήσιο (Αντά Παζάρ) και σε άλλες κωμοπόλεις της, μέχρι τον Ιούνιο του 1921, που άρχισε η μεγάλη επίθεση στο Εσκί Σεχίρ και όλος ο ελληνικός στρατός αποχώρησε. Τότε, πολλοί Έλληνες, προβλέποντας ίσως την καταστροφή που ήταν πολύ κοντά, ακολούθησαν το στρατό μας σε μια απελπισμένη προσπάθεια σωτηρίας, έχοντας πολύ πρόσφατες τις τραγικές μνήμες από τις φριχτές σφαγές που έζησαν πριν από δυο μόλις χρόνια, όταν ο αρχηγός των άτακτων δολοφόνων, ο αιμοβόρος Γκιαούρ-Αλής, όργανο των φανατικών Κεμαλικών Νεότουρκων, έπνιξε στο αίμα των Ελλήνων ολόκληρη την περιοχή.
Άλλες σημαντικές πόλεις στη διοίκηση της Νικομήδειας ήταν: Δρέπανο, Ηράκλειο, Σαπάντζα, Ορτάκιοϊ.

 

18. Τμήματα Κιλικίας του θέματος Χαλυβώνος (Χαλεπίου) και Αντιόχειας


Οι 2 Διοικήσεις (Σαντζάκια)
1. Διοίκηση Χαλυβώνος (Χαλεπίου) 2. Διοίκηση Αντιόχειας Ταύρου (Μαράς)
Υποδιοίκηση (καζάς) Αντιόχειας (Αντακιέ) Υποδιοίκηση (καζάς) Αντιόχειας (Μαράς)
Υποδιοίκηση (καζάς) Αλεξανδρέττας (Ισκεντερούν) Υποδιοίκηση (καζάς) Πλασταιντίας (Έλ Βοστάν)
Υποδιοίκηση (καζάς) Βαλανεών (Μπαϊλάν) Υποδιοίκηση (καζάς) Ανδράκων (Ανταρίν)
Υποδιοίκηση (καζάς) Αγιουπόλεως (Κιλίς) Υποδιοίκηση (καζάς) Σηκού (Παζαρτζίκ)
Υποδιοίκηση (καζάς) Δολίχης (Αϊντάπ) Υποδιοίκηση (καζάς) Ποδασίων (Ζεϊτούν)

Πληθυσμός το 1919 %
1. Έλληνες 72.226 22,80
2. Γιουρούκοι 55.565 17,54
3. Σύροι 47.431 14,96
4. Τούρκοι 40.479 12,77
5. Κούρδοι 33.834 10,67
6. Αθίγγανοι 27.500 8,68
7. Αρμένιοι 23.148 7,30
8. Ανσαρίτες 8.000 2,52
9. Μαρωνίτες 3.774 1,19
10. Κιρκάσιοι 2.500 0,78
11. Εβραίοι 1.714 0,54
12. Ξένοι διάφοροι 800 0,25
Σύνολο 316.971 100
Άλλες πόλεις και χωριά: Πίκτανο (Μπαϊλάν), Δολίχη κ.α.
Οι διοικήσεις (σαντζάκια) Χαλυβώνος και Αντιόχειας προς Ταύρο (Μαράς) σχηματίστηκαν από περιοχές που ανήκουν γεωγραφικά και ιστορικά στην Κιλικία. Το Οθωμανικό κράτος απέσπασε αυτά τα εδάφη διοικητικά και τα αποχώρισε από τη Γεν. Διοίκηση Κιλικίας, για λόγους εσωτερικής πολιτικής και για να πετύχει τις εθνογραφικές αναλογίες και ισορροπίες που επιθυμούσε.
Η Αντιόχεια χτίστηκε από τον Σέλευκο κοντά στον ποταμό Ορόντη, 23 χρόνια μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και στη θέση που ο μεγάλος Μακεδόνας είχε θεμελιώσει ιερό και βωμό θυσιών για το Δία. Ήταν πρωτεύουσα του ελληνοσυριακού κράτους και είχε αστραπιαία εξέλιξη που καμιά άλλη πόλη δε γνώρισε.
Ο μεγάλος πλούτος που χάρισε η μοίρα στην Αντιόχεια και ο συναγωνισμός με την Αλεξάνδρεια σε κάθε τομέα της οικονομικής ζωής, των γραμμάτων, των τεχνών και γενικά σε κάθε μορφή πολιτιστικής δραστηριότητας, οδήγησαν το πόλισμα του Μακεδόνα Σελεύκου σε μια εποχή απίστευτης ευημερίας και λαμπρής ακτινοβολίας.
Από το 64 π.Χ., τη χρονιά της πρώτης στρατιωτικής παρουσίας των Ρωμαίων, ξεκίνησε για την Αντιόχεια μια καινούρια εποχή δόξας, μεγαλείου και πλούτου. Η Αντιόχεια διορίστηκε έδρα του ρωμαίου ύπατου (διοικητή) της Συρίας και ο Πομπήιος την ανακήρυξε «ελεύθερη πόλη».
Μέσα στον 3ο αιώνα όμως ο Πέρσης βασιλιάς Σαπώρ αλώνει την πόλη το 225, τη ληστεύει και την κατακαίει μη αφήνοντας τίποτα όρθιο στο πέρασμα του. Οι κάτοικοι της όμως πολύ γρήγορα θα την ξαναχτίσουν και θα αναστηλώσουν όλα τα λαμπρά της αρχιτεκτονικά δημιουργήματα.
Μετά από 17 ακριβώς χρόνια, η φιλόδοξη και θρυλική βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία θα καταλάβει την Αντιόχεια, όχι για να την καταστρέψει αλλά για να την κάνει πρωτεύουσα ενός Ελληνοαραβικού βασιλείου που θα απλωνόταν γύρω από τη Δαμασκό, την Παλμύρα και τον Ευφράτη ποταμό. Τα φιλόδοξα σχέδια της θα ανατρέψει (272) ο Αυρηλιανός που θα την νικήσει, θα την διαπομπεύσει, θα καταστρέψει την Παλμύρα και τα ανάκτορα της Ζηνοβίας και θα ξαναφέρει στην αγκαλιά της Ρώμης την Αντιόχεια.
Ο Χριστιανισμός ήρθε στην Αντιόχεια τα πρώτα αποστολικά χρόνια. Ο άγιος Ιγνάτιος, δεύτερος μετά τον απόστολο Πέτρο επίσκοπος της πόλης, μαρτύρησε στη Ρώμη και ο θάνατος του είχε σαν αποτέλεσμα να πυκνώσουν ακόμα πιο πολύ οι τάξεις των πιστών.
Στον 4ος αι. γεννιέται μια νέα αποχή για την Αντιόχεια. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία κάνει τα πρώτα της βήματα και αρχίζει η  ιστορική συζυγία του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού με τη θεόπνευστη Χριστιανική φιλοσοφία. Η πόλη θα ευτυχήσει να δει τους δυο μεγάλους του Βυζαντίου, τον Άγιο Κωνσταντίνο και τον Μέγα Θεοδόσιο, να την περιβάλλουν με την αγάπη και τον ενδιαφέρον τους.
Στην Αντιόχεια γεννήθηκε η μεγάλη μορφή του Χριστιανισμού, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κι εκεί υπηρέτησε σαν ιεράς στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του.
Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τι ρόλο έπαιξε η Αντιόχεια ως χριστιανική κοινότητα. Ο όρος «Χριστιανός» προήλθε από την πόλη της Αντιόχειας και αποδόθηκε στα μέλη της Αντιοχειακής χριστιανικής κοινότητας. Στην πρωτοχριστιανική περίοδο στην Αντιόχεια πολλοί μαρτύρησαν για την πίστη τους.
Η Αντιόχεια ήταν όνομα 28 πόλεων, που χτίστηκαν από Έλληνες βασιλιάδες της Αλεξανδρινής περιόδου. Σπουδαιότερη από όλες είναι η Αντιόχεια που έχτισε ο Σέλευκος Νικάτορας προς τιμή του πατέρα του Αντίοχου και για ανάμνηση της νίκης της Ιψού το 301 π.Χ.  Το 64 π.Χ. όταν η Συρία έγινε ρωμαϊκή επαρχία, η Αντιόχεια ήταν η έδρα του Ρωμαίου διοικητή και απολάμβανε πολλά προνόμια και αυτονομία.
Στην Αντιόχεια συγκεντρώνονταν όλες οι φυλές του τότε γνωστού κόσμου. Έμποροι από την Ανατολή, στρατιώτες από τη Ρώμη, φιλόσοφοι από την Ελλάδα. Όλοι αυτοί, όταν επέστρεφαν στον τόπο τους, μετάφεραν εκεί και τις ιδέες της νέας θρησκείας. Μετά τη διασπορά των Αποστόλων, που επακολούθησε το διωγμό του πρωτομάρτυρα Στέφανου, η πόλη της Αντιόχειας φιλοξένησε τους πρώτους θεμελιωτές της Χριστιανοσύνης.
Έτσι δημιουργήθηκε αξιόλογη χριστιανική κοινότητα. Κύπριοι και Κυρηναίοι Ελληνιστές χριστιανοί ήρθαν στην πόλη και κήρυξαν τον χριστιανισμό στους εθνικούς. Από την Εκκλησία των Ιεροσολύμων στάλθηκε ο Βαρνάβας, που παρέλαβε από την Ταρσό τον Απόστολο Παύλο κι εργάστηκε μαζί μ’ αυτόν στην Αντιόχεια για ένα χρόνο. Ο Απόστολος Πέτρος έμεινε κι εργάστηκε για αρκετό καιρό στην Αντιόχεια. Ο Ιγνάτιος ανύψωσε την Εκκλησία σε ζηλευτή θέση. Επακολούθησαν διωγμοί. Ο Μ. Κων/νος έφερε την ειρήνη στην Εκκλησία. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε την ισότητα του επισκόπου της Αντιόχειας με τους επισκόπους Ρώμης και Αλεξάνδρειας.
Στο Πατριαρχείο της πόλης υπάγονταν 11 μητροπόλεις και 131 Επισκοπές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, έγιναν έριδες και σχίσματα στην Εκκλησία της Αντιόχειας. Μετά την εξορία του Ιωάννη του Χρυσόστομου ήρθε η διαίρεση με τις διδασκαλίες του  Νεστόριου. Με την κατάληψη της πόλης από τους Άραβες εμφανίστηκε και μια άλλη αίρεση,   ο   μ ο ν ο θ ε λ η τ ι σ μ ό ς , που τον ασπάστηκαν και οι πρώτοι, υπό αραβική κατοχή, πατριάρχες. Τον 8ο αι. ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αντιστάθηκε κατά της εικονομαχίας.
Στον καιρό των Σταυροφόρων εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια Λατίνος Πατριάρχης. Το 1897 έγινε Πατριάρχης ο Μελέτιος και η Εκκλησία αποσπάστηκε από τα άλλα Πατριαρχεία. Ο διάδοχος του κατόρθωσε να άρει το σχίσμα. Από τότε ο πατριάρχης της Αντιόχειας είναι αραβόφωνος.
Η παρακμή της Αντιόχειας αρχίζει με την αραβική κατοχή του 7ου αι. όταν το ελληνικό στοιχεία αρχίζει να ζει σε απομόνωση και αφάνεια. Ούτε η απελευθέρωση της από τον Νικηφόρο Φωκά τον 10ο αι.  πρόκειται να αλλάξει τη μοίρα της, γιατί κατακτιέται  έναν αιώνα μετά από τους Σελτζούκους, οπότε αρχίζει και η παρακμή της. Οι δρόμοι των πόλεων της είναι γεμάτες μουσουλμάνους. Η παρακμή ουσιαστικά ολοκληρώνεται από τους Μαμελούκους και κατόπιν περνούν στην εξουσία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μη έχοντας πλέον καμία σχέση με αυτό που υπήρξαν στο παρελθόν.


19. ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑ-ΤΟΥΡΚΙΑ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ


Οι 12 Διοικητικές περιφέρειες της Μικράς Ασίας
Οι Γενικές Διοικήσεις (Βιλαέτια)
1. Προύσας
2. Άγκυρας (Καππαδοκία)
3. Σεβάστειας
4. Κασταμονής (Παφλαγονία)
5. Αδάνων (Κιλικία)
6. Ικονίου
7. Διοίκηση (Σαντζάκι) Νικομήδειας
8. Σμύρνης
9. Τραπεζούντας
Οι Διοικήσεις (Σαντζάκια)
- Μικρασιατική Διοίκηση Κων/πολης & Διοίκηση Πηγών (Δαρδανέλλια)
Η  περιφέρεια του Νομού Χαλυβώνος (Χαλέπι) με 2 Μικρασιατικές Διοικήσεις
Α) Χαλυβώνος   Β) Αντιοχείας


20. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙ. (1915-1920)


 ΒΙΛΑΕΤΙ ΠΡΟΥΣΑΣ 
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΣΜΥΡΝΗΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΚΩΝ/ΠΟΛΗΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΚΑΣΤΑΜΟΝΗΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΑΓΚΥΡΑΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΙΚΟΝΙΟΥ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΑΔΑΝΩΝ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΧΑΛΕΠΙΟΥ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΜΑΜΟΥΡΕ-ΟΥΛ-ΑΖΙΛ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΝΤΙΑΡΜΠΕΚΙΡ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΕΡΖΕΡΟΥΜ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΜΠΙΤΛΙΣ
 ΒΙΛΑΕΤΙ  ΒΑΝ
 ΒΙΛΑΕΤΙ ΜΟΣΟΥΛ